Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποδέχθηκε στο Μαξίμου τον Ευρωπαίο Επίτροπο για τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη και το Κράτος Δικαίου, Μάικλ ΜακΓκραθ, και επέλεξε ξανά τη γνώριμη γραμμή: ότι η Ελλάδα λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις συστάσεις της Κομισιόν και καταγράφει σταθερή βελτίωση στο κράτος δικαίου. Η εικόνα ήταν προσεκτικά χτισμένη, θεσμική, τακτοποιημένη, σχεδόν αυτάρεσκη.
Εδώ ακριβώς, όμως, αρχίζει η μετωπική σύγκρουση με την πραγματικότητα. Γιατί η κυβέρνηση δεν έχει μόνο πρόβλημα φθοράς. Έχει πρόβλημα αξιοπιστίας. Άλλο πράγμα είναι να λες ότι βελτιώνεις τους θεσμούς και άλλο να πείθεις την κοινωνία ότι το κάνεις. Και οι αριθμοί που ήρθαν στο φως αυτές τις μέρες δεν δείχνουν εμπιστοσύνη. Δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της Alco, το 72% δηλώνει δύσπιστο απέναντι στο κράτος δικαίου στη χώρα, το 78% πιστεύει ότι οι νόμοι εφαρμόζονται επιλεκτικά και μόλις το 17% βλέπει ισονομία. Στην ίδια μέτρηση η ΝΔ βρίσκεται στο 22,8%, με το ΠΑΣΟΚ στο 12,2% και με σαφή ενίσχυση της διάθεσης για «ψήφο διαμαρτυρίας» έναντι της ψήφου για «σταθερότητα».
Το μήνυμα
Αυτά τα ευρήματα δεν είναι απλώς δημοσκοπική ενόχληση. Είναι πολιτικό μήνυμα. Δεν λένε μόνο ότι η κυβέρνηση κουράζει. Λένε ότι όλο και περισσότεροι δεν πιστεύουν πια το πιο βασικό της αφήγημα: ότι παραμένει ο εγγυητής της θεσμικής σοβαρότητας. Για χρόνια το Μαξίμου επένδυσε στην εικόνα μιας εξουσίας που μπορεί να κάνει λάθη, αλλά ξέρει να κρατά το κράτος σε τάξη. Σήμερα, αυτή η εικόνα έχει αρχίσει να ραγίζει. Και ραγίζει ακριβώς στο πεδίο όπου η κυβέρνηση ήθελε να εμφανίζεται άτρωτη.
Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς γιατί. Οι υποκλοπές δεν έχουν σβήσει από τη δημόσια μνήμη. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ εξακολουθεί να παράγει πίεση, ευρωπαϊκές έρευνες και σκιές για τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησαν δίκτυα εξουσίας και επιρροής. Και κάθε φορά που η κυβέρνηση μιλά για κράτος δικαίου, αυτά τα ανοιχτά τραύματα επιστρέφουν και ακυρώνουν το θεσμικό της ύφος. Δεν αρκεί να επικαλείσαι τις μεταρρυθμίσεις όταν ο πολίτης έχει την αίσθηση ότι, μόλις ο έλεγχος πλησιάσει επικίνδυνα την κορυφή, οι κανόνες γίνονται πιο ελαστικοί, οι απαντήσεις πιο θολές και η λογοδοσία πιο δύσκολη.
Αυτό είναι και το βαθύτερο πρόβλημα για το Μαξίμου. Δεν χάνει απλώς ποσοστά. Χάνει το δικαίωμα να μιλά με αυτονόητο κύρος για τους ίδιους τους θεσμούς. Γιατί ο πολίτης δεν κρίνει το κράτος δικαίου από τις δηλώσεις μπροστά στις κάμερες ούτε από τις ευρωπαϊκές φιλοφρονήσεις. Το κρίνει από κάτι πολύ πιο απλό: αν νιώθει ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους, αν η Δικαιοσύνη φτάνει μέχρι τέλους, αν η εξουσία ελέγχεται πραγματικά όταν πρέπει να ελεγχθεί. Και σήμερα η κοινωνία δείχνει ότι δεν το νιώθει.
Οι θεσμοί δεν πείθουν
Γι’ αυτό και η κυβερνητική επιμονή στη φράση «βελτίωση στο κράτος δικαίου» ακούγεται όλο και περισσότερο σαν αυτοπεριγραφή και όλο και λιγότερο σαν κοινά αποδεκτή πραγματικότητα. Όταν υπάρχει τόσο μεγάλο χάσμα ανάμεσα σε αυτό που λες και σε αυτό που πιστεύουν οι πολίτες, το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι πολιτικό και βαθύ. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο της στιγμής για την κυβέρνηση: η φθορά της δεν περνά πια μόνο μέσα από τα σκάνδαλα, αλλά μέσα από την αδυναμία της να πείσει ότι οι θεσμοί λειτουργούν όπως ισχυρίζεται.
Στο τέλος, λοιπόν, η εικόνα είναι πιο καθαρή από τις διαβεβαιώσεις. Η κυβέρνηση μπορεί να συνεχίσει να μιλά για πρόοδο. Αλλά όσο η κοινωνία βλέπει επιλεκτική εφαρμογή των νόμων, χαμηλή ισονομία και θεσμούς που δεν αντέχουν τον έλεγχο όταν ακουμπά την εξουσία, αυτή η ρητορική δεν θα ακούγεται ως σοβαρότητα. Θα ακούγεται ως άρνηση της πραγματικότητας.