Αφού δεν υπάρχει τίποτα, τι φοβούνται από μια Εξεταστική;

exetastiki-opekepe

Αν η υπόθεση των υποκλοπών έχει πράγματι κλείσει, τότε η κυβέρνηση δεν έχει κανέναν λόγο να τρέμει μια νέα κοινοβουλευτική έρευνα.

Το ΠΑΣΟΚ κατέθεσε πρόταση για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για τις υποκλοπές. Η κυβέρνηση, διά του Παύλου Μαρινάκη, έσπευσε να προϊδεάσει ότι η απάντηση θα είναι αρνητική, με το επιχείρημα ότι «έχει ήδη γίνει μία εξεταστική» και ότι η αντιπολίτευση θέλει να μεταφέρει τη συζήτηση από την οικονομία στις θεσμικές υποθέσεις.

Ωραία. Αλλά εδώ αρχίζουν τα ερωτήματα. Αν όλα έχουν απαντηθεί, αν όλα έχουν ερευνηθεί, αν δεν υπάρχει πια τίποτε ανοιχτό, τότε γιατί τέτοια βιασύνη να κλείσει και κοινοβουλευτικά το θέμα; Γιατί τόση αμηχανία μπροστά σε μια διαδικασία που, θεωρητικά τουλάχιστον, θα έπρεπε να βολεύει πρώτη την κυβέρνηση, ακριβώς επειδή θα της έδινε την ευκαιρία να πει: «να, δείτε, δεν φοβόμαστε τίποτα»;

Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε το ακριβώς αντίθετο. Μια εμφανή διάθεση να μη ξανανοίξει ο φάκελος πολιτικά. Να μη ξανακουστούν ονόματα. Να μη ξανατεθούν ερωτήματα. Να μη φανεί ξανά, μέσα στο ίδιο το Κοινοβούλιο, πόσα πράγματα έμειναν θολά σε μια υπόθεση που στιγμάτισε όσο λίγες το κράτος δικαίου. Γιατί οι υποκλοπές δεν έφυγαν από τη δημόσια συζήτηση επειδή λύθηκαν. Κουράστηκαν να τις ακούνε όσοι ήθελαν να τελειώνει η ιστορία.

Λάθος επιχείρημα

Το επιχείρημα ότι «έγινε ήδη μία εξεταστική» δεν στέκει. Γιατί αν η πρώτη Εξεταστική είχε πράγματι φωτίσει όσα έπρεπε, δεν θα υπήρχε σήμερα αυτή η επίμονη αίσθηση ότι η υπόθεση έκλεισε χωρίς να ανοίξει ποτέ πραγματικά μέχρι το βάθος της. Δεν θα υπήρχε η αρχειοθέτηση να προκαλεί τόσο μεγάλη πολιτική αμφισβήτηση. Δεν θα μιλούσαμε ακόμη για θεσμικό τραύμα. Και κυρίως, δεν θα ένιωθε η κυβέρνηση την ανάγκη να επαναλαμβάνει ότι «όλα έγιναν». Όταν κάτι έχει όντως λυθεί, δεν χρειάζεται διαρκή υπεράσπιση.

Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο σημαντικό. Σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, για τη σύσταση Εξεταστικής αρκούν 120 ψήφοι, εκτός αν το θέμα κριθεί ότι ανάγεται στην εξωτερική πολιτική ή στην εθνική άμυνα, οπότε απαιτούνται 151. Και ήδη στο πολιτικό παρασκήνιο συζητείται έντονα το ενδεχόμενο η κυβέρνηση να επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει ακριβώς αυτό το θεσμικό παράθυρο, ώστε να ανεβάσει τον πήχη και να μπλοκάρει τη διαδικασία. Ο ίδιος ο Μαρινάκης απέφυγε να απαντήσει καθαρά αν η ΝΔ θα κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας.

Ασήμαντο θέμα ή θέμα εθνικής ασφάλειας;

Εδώ όμως η αντίφαση γίνεται σχεδόν κραυγαλέα. Αν η κυβερνητική γραμμή είναι ότι δεν υπάρχει σκάνδαλο, αν όλα περιορίζονται σε όσα ήδη ερευνήθηκαν και αν δεν υπάρχει τίποτε που να αγγίζει τον πυρήνα μιας πιο σκοτεινής υπόθεσης, τότε με ποια ακριβώς λογική θα βαφτιστεί το θέμα υπόθεση εθνικής ασφάλειας για να δυσκολευτεί η Εξεταστική; Και αν όντως χρειάζεται αυτή η ασπίδα, μήπως αυτό σημαίνει ότι η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει πως υπάρχουν ακόμη κομμάτια που δεν θέλει να μπουν σε δημόσια κοινοβουλευτική δοκιμασία;

Στο τέλος, το ερώτημα μένει όρθιο και γίνεται όλο και πιο απλό. Αν δεν υπάρχει τίποτα να κρυφτεί, τότε τι ακριβώς φοβούνται από μια Εξεταστική; Τους μάρτυρες; Τα έγγραφα; Την επανάληψη των ερωτήσεων; Ή μήπως φοβούνται κάτι πιο απλό: ότι η υπόθεση των υποκλοπών, ακόμη κι αν μπήκε στο αρχείο δικαστικά, δεν αντέχεται να ξανανοίξει πολιτικά;

Τελευταίες Ειδήσεις