
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν κλείνει επειδή απαντήθηκαν τα μεγάλα ερωτήματα. Κλείνει επειδή το σύστημα μοιάζει να έχει αποφασίσει ότι είναι προτιμότερο να τελειώνει η συζήτηση παρά να φτάσει μέχρι το τέλος η έρευνα.
Υπάρχουν υποθέσεις που δεν μπαίνουν απλώς στο αρχείο. Σπρώχνονται εκεί μαζί με ό,τι πιο ενοχλητικό κουβαλούν. Η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα να μην ανασυρθεί από το αρχείο η υπόθεση των υποκλοπών είναι ακριβώς μια τέτοια στιγμή. Δεν πρόκειται μόνο για μια δικαστική κρίση. Το θέμα, στον πυρήνα του, είναι πολιτικό. Σε μια υπόθεση που τραυμάτισε όσο λίγες τη δημόσια εμπιστοσύνη, η τελική αίσθηση είναι πως το σύστημα δεν βιάστηκε να φωτίσει την αλήθεια. Βιάστηκε να τελειώνει μαζί της.
Ο Κωνσταντίνος Τζαβέλλας λοιπόν έκρινε ότι δεν συντρέχει λόγος ανάσυρσης της δικογραφίας από το αρχείο, παρά το γεγονός ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας είχε ζητήσει περαιτέρω διερεύνηση, ακόμη και για το ενδεχόμενο κατασκοπείας, καθώς και έρευνα για εννέα νέα πρόσωπα για συνέργεια στις πράξεις των ήδη καταδικασμένων επιχειρηματιών. Το σκεπτικό είναι ότι όσα επικαλέστηκε το δικαστήριο δεν αποτελούν νέα ουσιώδη στοιχεία και άρα δεν ανατρέπουν τα προηγούμενα πορίσματα του Αχιλλέα Ζήση.
Ποιος και γιατί
Και μπορεί έτσι η δικογραφία να κλείνει τυπικά, αλλά η πολιτική της ουσία μένει ανοιχτή. Γιατί στην υπόθεση των υποκλοπών τα βασικά ερωτήματα δεν εξαφανίστηκαν. Αντιθέτως, μένουν να αιωρούνται με ακόμη μεγαλύτερο βάρος: ποιος παρακολουθούσε, για λογαριασμό ποιου, με ποιο κέντρο αποφάσεων, με ποιον τελικό σκοπό; Πώς γίνεται μια υπόθεση που άγγιξε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη, υπουργούς της κυβέρνησης, την ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. και των Ενόπλων Δυνάμεων να καταλήγει τελικά σε μια εικόνα όπου όλα θεωρούνται ανεπαρκή για να προχωρήσει η έρευνα;
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της σημερινής εξέλιξης είναι ίσως η ίδια η λογική της. Το δικαστήριο που δίκασε την υπόθεση θεώρησε ότι υπήρχαν λόγοι να ερευνηθούν κι άλλες πτυχές, ακόμη και το ενδεχόμενο κατασκοπείας. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου απάντησε πως αυτές οι εκτιμήσεις είναι υποθετικές και επισφαλείς και ότι δεν προστίθενται νέα δεδομένα που να δικαιολογούν επανεκκίνηση της έρευνας. Δηλαδή, το πολιτικό σύστημα καλείται ουσιαστικά να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι μια από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις των τελευταίων ετών μπορεί να τελειώσει χωρίς να υπάρξει καν νέος κύκλος ουσιαστικής διερεύνησης.
Κι όμως, αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου η θεσμική ψυχρότητα συγκρούεται με τη δημοκρατική κοινή λογική. Διότι η κοινωνία δεν ζητούσε θεατρικές υπερβολές. Ζητούσε καθαρές απαντήσεις. Δεν ζητούσε πολιτικά δικαστήρια. Ζητούσε να μη κλείσει τόσο εύκολα ένας φάκελος που αφορούσε τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας: το απόρρητο των επικοινωνιών, την ασφάλεια της πολιτικής ζωής, την προστασία θεσμικών προσώπων, την ίδια την εμπιστοσύνη στους κανόνες του κράτους δικαίου. Όταν όλα αυτά παραμένουν θολά και, παρ’ όλα αυτά, η υπόθεση οδηγείται ξανά στο αρχείο, το μήνυμα που φτάνει στην κοινωνία δεν είναι καθησυχαστικό. Είναι αποθαρρυντικό και αποκαρδιωτικό.
Μένει η πολιτική σκιά
Και υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που βαραίνει αυτή την εξέλιξη. Το τελευταίο διάστημα είχε ήδη διατυπωθεί ανοιχτά η ανησυχία ότι η υπόθεση σέρνεται επικίνδυνα προς τον χρόνο. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών μίλησε πριν από λίγες ημέρες για καθυστέρηση στη δικαστική διερεύνηση και για ορατό κίνδυνο παραγραφής μεγάλου αριθμού αξιόποινων πράξεων. Ήταν μια δημόσια προειδοποίηση ότι σε τέτοιες υποθέσεις ο χρόνος μπορεί να λειτουργήσει ως σύμμαχος της λήθης. Και όταν μια τόσο σοβαρή δικογραφία σέρνεται μέχρι να φτάσει να συζητιέται δημόσια ο κίνδυνος παραγραφής, το πρόβλημα παύει να είναι μόνο δικονομικό.
Υπάρχει και κάτι ακόμη, σχεδόν αδιανόητο, που κάνει την εικόνα ακόμη πιο βαριά. Κυβερνητικά στελέχη και υπουργοί που εμφανίζονταν ως πρόσωπα τα οποία παρακολουθούνταν, δεν προσέφυγαν οι ίδιοι στη Δικαιοσύνη. Η κυβερνητική γραμμή ήταν ότι υπήρξε αυτεπάγγελτη δίωξη και άρα δεν χρειαζόταν κάτι περισσότερο. Όμως το επιχείρημα είναι έωλο, αφού στη δίκη υπήρξαν καταδίκες μόνο για περιπτώσεις όπου είχαν προηγηθεί σχετικές εγκλήσεις. Με άλλα λόγια, άνθρωποι που υποτίθεται ότι υπήρξαν θύματα μιας υπόθεσης που συντάραξε τη χώρα, δεν κινήθηκαν προσωπικά για να απαιτήσουν πλήρη διερεύνηση. Και αυτό λέει πολλά.
Υπάρχει συνεπώς πολιτική σκιά; Ναι. Γιατί όταν κυβερνητικά πρόσωπα που φέρονται ως θύματα μιας τόσο σοβαρής υπόθεσης δεν κινούνται ούτε τα ίδια, όταν θεσμικοί φορείς προειδοποιούν για καθυστερήσεις και κίνδυνο παραγραφής, και όταν στο τέλος η κορυφή της Δικαιοσύνης αποφασίζει ότι δεν υπάρχει λόγος νέας ουσιαστικής διερεύνησης, τότε δεν μένει μια εικόνα θεσμικής κάθαρσης. Μένει η αίσθηση ότι το σύστημα αυτοπροστατεύεται. Όχι απαραίτητα με θορυβώδεις κινήσεις. Μπορεί και πιο ήσυχα: με κούραση, με μετακινήσεις φακέλων, με καθυστερήσεις, με ψυχρές κρίσεις, με την αργή εξάντληση της κοινωνικής απαίτησης για απαντήσεις.
Κηλίδα στη δημοκρατία
Η κυβέρνηση μπορεί να πει ότι η Δικαιοσύνη αποφάσισε και άρα η συζήτηση πρέπει να λήξει. Μόνο που εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική διάσταση. Η Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί σε κοινωνικό κενό. Και όταν μια υπόθεση τέτοιας εμβέλειας κλείνει χωρίς να έχει αποκατασταθεί το αίσθημα αλήθειας, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο δικαστικό. Γιατί οι υποκλοπές δεν ήταν μια τεχνική εκτροπή. Ήταν μια υπόθεση που σημάδεψε την ποιότητα της δημοκρατίας.
Το πιο ανησυχητικό, τελικά, δεν είναι μόνο ότι η δικογραφία μένει στο αρχείο. Είναι ότι μαζί της μπαίνει στο αρχείο και η φιλοδοξία μιας πλήρους λογοδοσίας. Σαν να αρκεί το ότι κάπου έγινε μια έρευνα, κάπου εκδόθηκαν πορίσματα, κάπου υπήρξαν καταδίκες σε ένα μέρος της υπόθεσης, ώστε να θεωρηθεί ότι η δημοκρατία μπορεί να συνεχίσει κανονικά. Δεν μπορεί. Όχι όταν το βασικό νήμα παραμένει κομμένο. Όχι όταν ο πολίτης μένει με την εντύπωση ότι έμαθε μόνο όσα ήταν ανώδυνα να μάθει.
Γι’ αυτό το ζήτημα δεν είναι μόνο δικαστικό και σίγουρα δεν είναι παρελθόν. Οι υποκλοπές δεν κρίθηκαν πραγματικά στη συνείδηση της κοινωνίας. Σε τελική ανάλυση σε μια τόσο μεγάλη υπόθεση, στο αρχείο δεν μπαίνει μόνο ένας φάκελος. Μπαίνει και η αξίωση να ειπωθεί ολόκληρη η αλήθεια.
Τελευταίες Ειδήσεις
- Ριψοκίνδυνη απόφαση της Μαρίας Καρυστιανού…
- Αιφνιδιασμός Σαμαρά με 10%
- Τσίπρας, Καρυστιανού ή Ανδρουλάκης; Ποιον βλέπουν οι δημοσκόποι φαβορί για τη δεύτερη θέση