
Δεν ήταν μια ακόμη αυστηρή ευρωπαϊκή τοποθέτηση. Ήταν ένα πολιτικό χαστούκι σε μια κυβέρνηση που προσπαθεί εδώ και εβδομάδες να βαφτίσει το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ «παρεξήγηση», «υπερβολή» ή ζήτημα χειρισμών.
Στους Δελφούς, η Λάουρα Κοβέσι είπε κάτι που δεν σηκώνει ωραιοποιήσεις. Είπε ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ έχει γίνει συνώνυμο της διαφθοράς, του νεποτισμού και των πελατειακών σχέσεων. Και μόνο αυτή η φράση αρκούσε για να καταλάβει κανείς το μέγεθος του προβλήματος. Δεν περιέγραψε μια στραβή στιγμή της διοίκησης. Περιέγραψε έναν ολόκληρο τρόπο λειτουργίας, ένα σύστημα που για χρόνια έμαθε να μπερδεύει τη δημόσια ευθύνη με τις εξυπηρετήσεις, την πολιτική με το ρουσφέτι και τη διαχείριση των κονδυλίων με την κομματική επιρροή.
Όμως η πιο βαριά κουβέντα της δεν ήταν μόνο αυτή. Η πιο βαριά κουβέντα ήταν ότι δεν μπορεί καν να φανταστεί πως δεν θα ανανεωθεί η θητεία των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων στην Ελλάδα που χειρίζονται αυτές τις υποθέσεις. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό βάρος της παρέμβασής της. Γιατί όταν η συζήτηση φεύγει από το ίδιο το σκάνδαλο και φτάνει στο αν θα παραμείνουν στις θέσεις τους εκείνοι που το ερευνούν, τότε κάτι πολύ βαθύτερο συμβαίνει. Δεν μιλάμε πια μόνο για το τι έγινε. Μιλάμε για το αν η έρευνα θα αφεθεί να συνεχιστεί με συνέχεια και χωρίς παρεμβολές.
Γιατί ενοχλούν οι εισαγγελείς;
Η Κοβέσι το έθεσε με τον πιο καθαρό τρόπο: ποιος έχει συμφέρον να μη συνεχίσουν τη δουλειά τους εισαγγελείς που, όπως είπε, έχουν εργαστεί εξαιρετικά; Αυτή είναι η ερώτηση που μένει. Και είναι μια ερώτηση πολύ πιο πολιτική απ’ όσο κάποιοι θα ήθελαν. Γιατί δεν γίνεται, από τη μία, να λες ότι θέλεις να φτάσει η έρευνα μέχρι τέλους και, από την άλλη, να ανοίγει δημόσια κουβέντα για το αν είναι σωστή ή άκυρη η ανανέωση της θητείας εκείνων που την τρέχουν. Όσο κι αν επιχειρείται να εμφανιστεί ως απλή διαφωνία, η εικόνα που παράγεται είναι άλλη: ότι μαζί με την υπόθεση αμφισβητείται σιγά σιγά και το έδαφος κάτω από τα πόδια των ελεγκτών της.
Και βέβαια, αυτό δεν έμεινε σε θεωρητικό επίπεδο. Ο Άδωνις Γεωργιάδης άνοιξε δημόσια το θέμα, αμφισβητώντας την εγκυρότητα της ανανέωσης και επιμένοντας ότι το ζήτημα θα κριθεί από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Άρα το πρόβλημα δεν είναι φανταστικό. Είναι υπαρκτό και πολιτικό. Γιατί όταν ένας κορυφαίος υπουργός μεταφέρει τη συζήτηση από την ουσία της έρευνας στο ποιος νομιμοποιείται να την κάνει, είναι απολύτως λογικό να γεννώνται ερωτήματα. Και αυτά τα ερωτήματα δεν τα έβαλε η αντιπολίτευση. Τα έβαλε η ίδια η κυβέρνηση με τις δημόσιες τοποθετήσεις στελεχών της.
Εδώ είναι και η μεγάλη αμηχανία του Μεγάρου Μαξίμου. Γιατί το τελευταίο που χρειάζεται μια κυβέρνηση που πιέζεται από μια τόσο βαριά υπόθεση, είναι να δίνει την εικόνα ότι δεν ενοχλείται μόνο από το περιεχόμενο της έρευνας, αλλά και από τη συνέχειά της. Κι όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει. Αντί η δημόσια συζήτηση να περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από το πώς θα χυθεί φως, ανοίγει και ένα δεύτερο μέτωπο: αν θα συνεχίσουν οι ίδιοι εισαγγελείς να χειρίζονται τις υποθέσεις που ήδη τρέχουν. Και αυτό δεν αποτελεί ασήμαντη λεπτομέρεια.
Αντέχουν τη διαφάνεια;
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η εικόνα που μένει είναι απλή και δύσκολη μαζί. Μια Ευρωπαία εισαγγελέας έρχεται στην Ελλάδα, μιλά για διαφθορά, πελατειακές σχέσεις και ατιμωρησία, και την ίδια στιγμή αναγκάζεται να υπερασπιστεί δημοσίως τη συνέχιση της θητείας των ανθρώπων που ερευνούν αυτές τις υποθέσεις. Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Λέει ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο τι έγινε στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Είναι και αν το πολιτικό σύστημα αντέχει πραγματικά την έρευνα όταν αυτή πλησιάζει πολύ κοντά του.
Και ίσως τελικά αυτό να ήταν το πιο βαρύ μήνυμα των Δελφών. Ότι το θέμα δεν είναι μόνο το σκάνδαλο. Είναι και η δυσφορία που προκαλεί όσους το ερευνούν. Και αυτή η δυσφορία, όσο κι αν ντύνεται με διαδικασίες, ερμηνείες και θεσμικές διαφωνίες, παραμένει πολιτικά αποκαλυπτική.
Τελευταίες Ειδήσεις
- Ριψοκίνδυνη απόφαση της Μαρίας Καρυστιανού…
- Αιφνιδιασμός Σαμαρά με 10%
- Τσίπρας, Καρυστιανού ή Ανδρουλάκης; Ποιον βλέπουν οι δημοσκόποι φαβορί για τη δεύτερη θέση