Υποκλοπές: ο χρόνος δεν είναι πια αθώος

Υπόθεση Predator: Μετωπική σύγκρουση κυβέρνησης – αντιπολίτευσης μετά την ετυμηγορία του δικαστηρίου

Στις υποκλοπές, το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι ερευνάται πια. Είναι και αν η Δικαιοσύνη θα προλάβει τον χρόνο.

Στην υπόθεση του Predator δεν αρκεί πια να επαναλαμβάνεται μονότονα ότι «η έρευνα συνεχίζεται». Αυτό ακούγεται χρόνια. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: θα φτάσει η Δικαιοσύνη εγκαίρως στην ουσία ή θα χαθεί ξανά μέσα σε μεταβιβάσεις, καθυστερήσεις και δικονομικές διαδρομές που στο τέλος θα αφήσουν πίσω τους μόνο ατιμωρησία; Μετά την καταδίκη τεσσάρων προσώπων που συνδέονταν με την Intellexa για παραβίαση προσωπικών δεδομένων την περίοδο 2020-2021, το δικαστήριο έστειλε την υπόθεση πίσω για περαιτέρω διερεύνηση πιθανών σοβαρότερων αδικημάτων, μεταξύ αυτών και κατασκοπείας. Στη συνέχεια, οι αρχές χώρισαν τη δικογραφία και έστειλαν τα πιο κρίσιμα σκέλη της στον Άρειο Πάγο.

Αυτό, κανονικά, θα έπρεπε να είναι σημείο επιτάχυνσης. Όχι ένας ακόμη κύκλος αναμονής. Σύμφωνα με ρεπορτάζ που δημοσίευσε η «Καθημερινή» στο ανώτατο δικαστικό επίπεδο περνούν πλέον τα σημαντικότερα τμήματα της έρευνας, με αντικείμενο την πιθανή κατασκοπεία, τον ρόλο συνεργών και τη διανομή spyware, ενώ στο χαμηλότερο επίπεδο μένουν χωριστές έρευνες για ψευδορκίες και αντιφατικές καταθέσεις. Δηλαδή η υπόθεση μπαίνει στην πιο βαριά της φάση. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν αντέχει άλλη θεσμική νωθρότητα.

Όταν περνά ο χρόνος, μεγαλώνει η σκιά της ατιμωρησίας

Δεν μιλάμε για μια δευτερεύουσα δικογραφία. Μιλάμε για το μεγαλύτερο ίσως θεσμικό σκάνδαλο των τελευταίων ετών, που ξέσπασε το 2022, οδήγησε στην απομάκρυνση του διοικητή της ΕΥΠ και του επικεφαλής του γραφείου του πρωθυπουργού και άφησε ίχνη του Predator σε δεκάδες τηλέφωνα πολιτικών, υπουργών, στελεχών των υπηρεσιών ασφαλείας, δημοσιογράφων και επιχειρηματιών. Σε μια τέτοια υπόθεση, κάθε νέα καθυστέρηση δεν είναι απλώς διοικητικό πρόβλημα. Είναι πολιτικό και θεσμικό γεγονός.

Γι’ αυτό και ο χρόνος δεν είναι πια αθώος. Όταν οι καταδικασθείσες πράξεις ανάγονται ήδη στο 2020-2021, όταν το 2024 είχε ήδη κλείσει το σκέλος που αφορούσε την ΕΥΠ και όταν τώρα ανοίγει εκ νέου το πιο βαρύ μέρος της υπόθεσης, κάθε μέρα που χάνεται ενισχύει την υποψία ότι το σύστημα δεν δυσκολεύεται απλώς να αποδώσει δικαιοσύνη, αλλά ίσως καταλήξει να την αδειάσει από περιεχόμενο. Δεν είναι τυχαίο ότι, όπως μετέδωσε το in.gr, ο συνήγορος του Νίκου Ανδρουλάκη στη δίκη για το Predator προειδοποίησε δημόσια ότι η υπόθεση «οδηγείται με κάθε ημέρα που περνά στην παραγραφή». Ακόμη κι αν κάποιος διαφωνεί με τη διατύπωση, δεν μπορεί να αγνοήσει το κεντρικό της νόημα: στις υποκλοπές, η καθυστέρηση δεν λειτουργεί ουδέτερα.

Η νεότερη εξέλιξη μάλιστα το κάνει ακόμη πιο καθαρό. Η έφεση των τεσσάρων καταδικασθέντων ορίστηκε για τις 11 Δεκεμβρίου 2026, δηλαδή δέκα μήνες μετά την πρωτόδικη απόφαση. Αυτό δεν είναι μια απλή ημερομηνία στο δικαστικό ημερολόγιο. Είναι άλλη μία υπενθύμιση ότι στην υπόθεση των υποκλοπών ο χρόνος εξακολουθεί να συσσωρεύεται επικίνδυνα, την ώρα που τα βαρύτερα σκέλη της έρευνας ανοίγουν ξανά και ζητούν ταχύτητα, όχι νέα παράταση της εκκρεμότητας.

Αν χαθεί στον χρόνο…

Η κυβέρνηση ασφαλώς θα προτιμούσε αυτή η υπόθεση να αντιμετωπίζεται ως ένα εξαντλημένο επεισόδιο του παρελθόντος. Ένα θολό κεφάλαιο που έχει ήδη κλείσει πολιτικά και απομένει μόνο να ξεκαθαρίσει νομικά. Όμως δεν είναι έτσι. Διότι οι τέσσερις καταδίκες του Φεβρουαρίου δεν έλυσαν το πρόβλημα. Το επιβεβαίωσαν. Έδειξαν ότι υπήρχε υλικό αρκετό για ποινική κρίση, αλλά και ότι το βασικό ερώτημα —ποιος οργάνωσε, ποιος διευκόλυνε, ποιος κάλυψε, ποιος γνώριζε— παραμένει ανοιχτό. Αν αυτό το ερώτημα χαθεί τώρα μέσα σε νέα διαδικαστικά στρώματα, τότε η υπόθεση δεν θα έχει απλώς καθυστερήσει. Θα έχει μικρύνει τεχνητά, μέχρι να γίνει διαχειρίσιμη.

Και εδώ αρχίζει η πραγματική δοκιμασία για τη Δικαιοσύνη. Όχι στο αν θα εκδώσει άλλη μια απόφαση μετά από χρόνια. Αλλά στο αν μπορεί να κινηθεί με την ταχύτητα που απαιτεί ένα σκάνδαλο το οποίο χτύπησε τον πυρήνα του κράτους δικαίου. Γιατί στις υποκλοπές το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ μόνο ποινικό. Ήταν βαθιά δημοκρατικό. Αφορούσε την εμπιστοσύνη των πολιτών στο απόρρητο των επικοινωνιών τους, τα όρια της κρατικής ισχύος και τη δυνατότητα μιας κυβέρνησης να λογοδοτεί όταν το σκοτάδι φτάνει πολύ κοντά στην εξουσία.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η δικογραφία άλλαξε χέρια. Ούτε αν άνοιξε νέο σκέλος. Το ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά οι θεσμοί θα προλάβουν να σταθούν στο ύψος της υπόθεσης. Γιατί αν, ύστερα από τόσο θόρυβο, τόσο υλικό και τόση δημόσια συζήτηση, η ιστορία καταλήξει να φθαρεί μέσα στον χρόνο, τότε δεν θα μιλάμε για μια απλή αστοχία της δικαστικής μηχανής. Θα μιλάμε για μια μορφή ατιμωρησίας που θα μοιάζει, στα μάτια της κοινωνίας, με συγκάλυψη. Και τότε δεν θα έχει αποτύχει μόνο η κυβέρνηση. Θα έχει πληγεί ξανά η ίδια η αξιοπιστία της δημοκρατίας.

 

Τελευταίες Ειδήσεις