ΟΠΕΚΕΠΕ: Πολύ λίγο και πολύ αργά, κ. Μητσοτάκη

kuriakos-mitsotakis

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ μόνο όταν η υπόθεση έφτασε σε σημείο που δεν μπορούσε πια να θαφτεί. Και το μήνυμά του δεν ήταν πράξη ευθύνης, αλλά προσπάθεια να περιορίσει το πολιτικό κόστος.

Το σημερινό μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη για τον ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η πιο καθαρή εκδοχή του «too little, too late». Αφού πρώτα η υπόθεση γιγαντώθηκε, αφού η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ζήτησε την άρση ασυλίας 11 βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας για να προχωρήσει η έρευνα, αφού υπήρξαν παραιτήσεις υπουργών και στελεχών, αφού η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με ευρωπαϊκό πρόστιμο 392 εκατ. ευρώ για κακοδιαχείριση επιδοτήσεων, ο πρωθυπουργός εμφανίζεται τώρα να ανακαλύπτει το «βαθύ κράτος», να ζητά ταχύτητα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και να εισηγείται ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή μετά τις εκλογές του 2027. Δεν είναι κάθαρση αυτό. Είναι καθυστερημένη διαχείριση της ζημιάς.

Το πρώτο πρόβλημα με το μήνυμα Μητσοτάκη είναι η χρονική του υποκρισία. Η δικογραφία που σήμερα τον υποχρεώνει να μιλήσει αφορά, όπως ο ίδιος παραδέχεται, γεγονότα του 2021. Δηλαδή δεν μιλάμε για κάτι που εμφανίστηκε ξαφνικά χθες, ούτε για μια αιφνίδια εκτροπή που τον βρήκε απροετοίμαστο. Μιλάμε για πρακτικές που αναπτύχθηκαν μέσα στη δική του διακυβέρνηση, σε έναν μηχανισμό που λειτουργούσε χρόνια, μέχρι που έσκασε στα χέρια του με τρόπο που δεν μπορούσε πια να κρυφτεί. Όταν, λοιπόν, έπειτα από επτά χρόνια εξουσίας εμφανίζεσαι ως τιμωρός ενός συστήματος που άνθισε επί των ημερών σου, δεν πείθεις ότι συγκρούεσαι με την παθογένεια. Δείχνεις ότι απλώς αναγκάζεσαι να την ομολογήσεις.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είναι εργαλείο εκτόνωσης της κρίσης

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ακόμη σοβαρότερο: ο πρωθυπουργός ζητά από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία «να αποφανθεί ταχύτατα» για το σε ποιους θα ασκήσει διώξεις, αμέσως μετά την άρση ασυλιών. Όμως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι ανεξάρτητος ευρωπαϊκός θεσμός, όχι προέκταση της κυβερνητικής ανάγκης για γρήγορη εκτόνωση της κρίσης. Το να την επικαλείται σήμερα ο πρωθυπουργός ως μηχανισμό ταχείας αποσυμπίεσης, την ώρα που η ίδια έχει ζητήσει την άρση ασυλίας 11 βουλευτών ακριβώς για να μπορέσει να ερευνήσει «επιβαρυντικά και απαλλακτικά στοιχεία», δεν μοιάζει με σεβασμό στη Δικαιοσύνη. Μοιάζει με αγωνία να κλείσει γρήγορα ένας πολιτικός λογαριασμός που βαραίνει επικίνδυνα το Μαξίμου.

Το τρίτο πρόβλημα είναι η γνώριμη διάχυση ευθυνών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για «μάστιγα πελατειακών σχέσεων» που περνά «σαν παλαιοκομματική σκυτάλη» από κυβέρνηση σε κυβέρνηση και έφτασε στο σημείο να λέει ότι όποιος βουλευτής ισχυρίζεται πως δεν έκανε ποτέ κάποια εξυπηρέτηση «είναι απλώς ψεύτης». Μόνο που εδώ δεν εξετάζεται μια αφηρημένη ελληνική παθογένεια. Εξετάζεται συγκεκριμένη δικογραφία, με συγκεκριμένες αναφορές, συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα και συγκεκριμένο χρονικό πυρήνα το 2021. Όταν ο πρωθυπουργός βαφτίζει το κυβερνητικό ρουσφέτι «διαχρονική κουλτούρα», δεν κάνει αυτοκριτική. Κάνει πολιτικό ξέπλυμα. Δεν αναλαμβάνει ευθύνη. Τη διαχέει τόσο πολύ ώστε να εξαφανιστεί.

Ακόμη πιο προκλητική είναι η φράση του ότι «κανείς από τους βουλευτές μας δεν κατηγορείται ότι αποκόμισε οικονομικό όφελος». Αυτό δεν είναι επιχείρημα αθώωσης. Είναι επιχείρημα ελαχιστοποίησης. Διότι το ερώτημα σε μια τέτοια υπόθεση δεν είναι μόνο ποιος έβαλε λεφτά στην τσέπη του. Είναι ποιος πίεζε, ποιος μεσολαβούσε, ποιος εξυπηρετούσε, ποιος αξιοποιούσε την εξουσία του για να επηρεάζει μια διαδικασία που αφορούσε ευρωπαϊκό χρήμα και δημόσιο συμφέρον. Σε ένα σκάνδαλο πελατειακού κράτους, η πολιτική ευθύνη δεν αρχίζει μόνο από το προσωπικό ταμείο. Αρχίζει από την κατάχρηση του ρόλου. Η’ μήπως να φωνάξουμε «αθώοι» γιατί το έκαναν προσπαθώντας να μαζέψουν ψήφους για τον εαυτό τους και την παράταξη;

Το ασυμβίβαστο του 2027 δεν απαντά στο σκάνδαλο του 2026

Και ύστερα έρχεται το πιο βολικό πυροτέχνημα: το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, αλλά… μετά τις εκλογές του 2027. Δηλαδή όχι τώρα, όχι για την παρούσα κρίση, όχι ως άμεση θεσμική απάντηση σε ένα σκάνδαλο που καίει την κυβέρνησή του, αλλά ως μεταχρονολογημένη υπόσχεση για την επόμενη μέρα. Είναι η κλασική συνταγή Μητσοτάκη: μπροστά στο παρόν αδιέξοδο, μεταφέρει τη λύση στο μέλλον. Μόνο που όταν ένα σύστημα καταρρέει σήμερα, δεν το σώζεις με συνταγματικές σκέψεις για αύριο. Και βέβαια το ασυμβίβαστο δεν απαντά ούτε στο γιατί λειτούργησε έτσι ο ΟΠΕΚΕΠΕ, ούτε στο πώς στήθηκαν οι διασυνδέσεις, ούτε στο γιατί χρειάστηκε να φτάσει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μέχρι την πόρτα της Βουλής για να κινηθούν τα πράγματα.

Αν υπήρχε πραγματική βούληση κάθαρσης, ο τόνος του πρωθυπουργού θα ήταν άλλος. Δεν θα έμοιαζε με διαχειριστή ζημιάς που μετρά πολιτικές απώλειες. Θα έλεγε καθαρά: πλήρης άρση όλων των ασυλιών, χωρίς αστερίσκους· πλήρης δημοσιοποίηση των στοιχείων που μπορούν να δοθούν στη δημοσιότητα, σαφής πολιτική ανάληψη ευθύνης για το ότι το σκάνδαλο ωρίμασε επί της δικής του διακυβέρνησης, και φυσικά όχι άλλες γενικότητες περί «διαχρονικών παθογενειών» κάθε φορά που το πρόβλημα αγγίζει τον κομματικό πυρήνα της Νέας Δημοκρατίας. Διότι το 2026 δεν χρειαζόμαστε άλλον έναν πρωθυπουργό που νουθετεί τη χώρα. Χρειαζόμαστε πρωθυπουργό που λογοδοτεί.

Η αλήθεια είναι απλή. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν βγήκε σήμερα για να συγκρουστεί με το πελατειακό κράτος. Βγήκε επειδή τον πρόλαβαν οι εξελίξεις. Βγήκε επειδή η υπόθεση δεν μπορούσε πια να θαφτεί. Βγήκε επειδή η ευρωπαϊκή έρευνα, οι παραιτήσεις και η πολιτική φθορά έκαναν αδύνατη τη σιωπή. Και έτσι προσπάθησε να μετατρέψει την άμυνα σε πρωτοβουλία. Μόνο που είναι αργά. Πολύ αργά. Γιατί όταν επί χρόνια ανέχεσαι έναν μηχανισμό και μιλάς μόνο όταν η δικογραφία φτάνει στη Βουλή, τότε δεν είσαι ο μεταρρυθμιστής της κάθαρσης. Είσαι ο καθυστερημένος σχολιαστής ενός σκανδάλου που σε έχει ήδη προλάβει.

Τελευταίες Ειδήσεις