Τέμπη, Predator, ΟΠΕΚΕΠΕ: όταν οι θεσμοί αρχίζουν να αντιστέκονται

Εργοδότης θα πληρώσει 20.000 σε εργαζόμενη επειδή την προσέβαλε

Παρά τις αρχειοθετήσεις, τις πιέσεις και τη συστηματική προσπάθεια να κλείσουν ανοιχτές υποθέσεις χωρίς συνέπειες, τα θεσμικά αντίβαρα δείχνουν ότι η αλήθεια δεν μπαίνει τόσο εύκολα στο αρχείο.

Η κυβέρνηση επένδυσε πολλά στην κόπωση της κοινωνίας. Επένδυσε ακόμη περισσότερα στην πεποίθηση ότι, όσο περνά ο χρόνος, ακόμη και οι πιο βαριές υποθέσεις θα χάσουν το βάρος τους, θα θαφτούν σε διαδικασίες, θα μετατραπούν σε θόρυβο χωρίς συνέπειες. Όμως οι τελευταίες εξελίξεις σε Τέμπη, Predator και ΟΠΕΚΕΠΕ δείχνουν κάτι διαφορετικό: παρά την ασφυκτική πολιτική διαχείριση, παρά τις αρχειοθετήσεις, παρά τη συστηματική προσπάθεια να κλείσουν υποθέσεις ή να μετατραπούν σε θόρυβο χωρίς συνέπειες, εξακολουθούν να υπάρχουν θεσμικά αντίβαρα που επιμένουν.

Οι πρώτες ρωγμές

Αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό πολιτικό μήνυμα της στιγμής. Όχι επειδή λύθηκαν όλα. Όχι επειδή αποκαταστάθηκε ξαφνικά η εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Αλλά επειδή, μέσα σε ένα περιβάλλον ασφυκτικού ελέγχου της δημόσιας συζήτησης, αρχίζουν να εμφανίζονται ρωγμές. Και οι ρωγμές αυτές δεν είναι θεωρητικές. Στις 26 Φεβρουαρίου, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε τους τέσσερις κατηγορουμένους στην υπόθεση Predator σε συνολική ποινή 126 ετών και 8 μηνών στον καθένα, με εκτιτέα τα 8 έτη και με αναστολή έως την έφεση. Και στις 30 Μαρτίου, ήρθαν σχεδόν ταυτόχρονα τρεις ακόμη κρίσιμες εξελίξεις: η πρώτη δικαστική αναγνώριση ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου για τα Τέμπη, η άρνηση αρχειοθέτησης στην υπόθεση Παναγόπουλου και η πλήρης δικαίωση της Παρασκευής Τυχεροπούλου στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ, Predator

Στα Τέμπη, η κοινωνία δεν ζητά απλώς δικαιοσύνη για μια τραγωδία. Ζητά απάντηση σε ένα βαθύτερο ερώτημα: μπορεί ένα κράτος που απέτυχε τόσο οδυνηρά να λογοδοτήσει πραγματικά ή θα προσπαθεί διαρκώς να διασκορπίζει ευθύνες μέχρι να εξαντληθεί η κοινή γνώμη; Η σημερινή απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών έχει ακριβώς αυτή τη βαρύτητα. Για πρώτη φορά αναγνωρίζεται δικαστικά αστική ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου για την τραγωδία και επιδικάζεται αποζημίωση περίπου 400.000 ευρώ σε συγγενείς θυμάτων. Δεν πρόκειται απλώς για μια αποζημίωση. Πρόκειται για μια θεσμική παραδοχή ότι η κρατική ευθύνη δεν μπορεί να εξαφανιστεί πίσω από υπεκφυγές, μεταθέσεις ευθυνών και επικοινωνιακή διαχείριση.

Στο Predator, επίσης, δεν μιλάμε για μια «δύσκολη» υπόθεση που απλώς σέρνεται στη Δικαιοσύνη. Μιλάμε για ένα σκάνδαλο που ακούμπησε τον πυρήνα των δημοκρατικών εγγυήσεων. Και γι’ αυτό είχε τόσο μεγάλη σημασία η καταδίκη της 26ης Φεβρουαρίου. Σε μια υπόθεση που για καιρό αντιμετωπίστηκε σαν να μπορεί να χαθεί μέσα στη σύγχυση, στις καθυστερήσεις και στην πολιτική σχετικοποίηση, το δικαστήριο έστειλε το αντίθετο μήνυμα: ότι το θέμα δεν έχει κλείσει, ότι οι υποκλοπές δεν μπορούν να κανονικοποιηθούν και ότι η δημοκρατία δεν είναι διαδικαστική λεπτομέρεια που παρακάμπτεται όταν βολεύει την εξουσία.

Το ίδιο ισχύει και για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Εκεί, η υπόθεση δεν αφορά μόνο μια διοικητική μετακίνηση. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία μεταχειρίζεται όσους επιμένουν να ελέγχουν, να αποκαλύπτουν, να μη συμβιβάζονται. Η σημερινή απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έκρινε παράνομη και καταχρηστική την καθαίρεση της Παρασκευής Τυχεροπούλου και διέταξε την επαναφορά της στη θέση της, έχει γι’ αυτό ευρύτερη σημασία. Δεν αποκαθιστά απλώς μια εργαζόμενη. Εκθέτει μια λογική διοικητικής τιμωρίας απέναντι σε όποιον επιμένει στη νομιμότητα.

Και ανάμεσα σε αυτές τις εξελίξεις ήρθε και μια ακόμη, λιγότερο θορυβώδης αλλά πολιτικά αποκαλυπτική. Στην υπόθεση Παναγόπουλου, ο εισαγγελέας Εφετών αρνήθηκε να δεχθεί την αρχειοθέτηση της δικογραφίας για το πόθεν έσχες και διέταξε περαιτέρω έρευνα για τα αδήλωτα 3,2 εκατομμύρια ευρώ. Δεν είναι τελεσίδικη δικαστική κρίση. Είναι όμως μια καθαρή θεσμική άρνηση να κλείσει αθόρυβα ένας φάκελος που πολλοί θεωρούσαν ότι θα έμπαινε στο αρχείο χωρίς συνέχεια. Και ακριβώς γι’ αυτό έχει πολιτικό βάρος.

Τελικά δεν μπορούν όλα να ελεγχθούν

Αν δει κανείς μαζί αυτές τις εξελίξεις, θα καταλάβει γιατί έχουν τόση σημασία. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα επεισόδια. Πρόκειται για μια αλληλουχία δικαστικών και εισαγγελικών παρεμβάσεων που διαψεύδουν το αφήγημα ότι όλα μπορούν να ελεγχθούν, να καθυστερήσουν, να ξεχαστούν ή να κλείσουν χωρίς συνέπειες. Στα Τέμπη μιλάμε για κρατική ευθύνη. Στο Predator για τον πυρήνα του κράτους δικαίου. Στον ΟΠΕΚΕΠΕ για τη μεταχείριση όσων αποκαλύπτουν. Στην υπόθεση Παναγόπουλου για την άρνηση ενός ακόμη αθόρυβου κλεισίματος. Όλα μαζί συνθέτουν μια εικόνα που η κυβέρνηση δεν θα ήθελε να υπάρχει: ότι το σύστημα πίεσης, κόπωσης και σιωπής δεν λειτουργεί πλέον χωρίς ρωγμές.

Αυτό δεν είναι λόγος εφησυχασμού. Είναι λόγος επιμονής. Γιατί η δημοκρατική ομαλότητα δεν αποκαθίσταται με μία απόφαση, ούτε με μια σειρά θεσμικών αντιδράσεων. Αποκαθίσταται όταν η λογοδοσία παύει να είναι εξαίρεση και γίνεται κανόνας. Όταν η αλήθεια δεν εξαρτάται από την αντοχή λίγων προσώπων. Όταν οι πολίτες μπορούν να πιστέψουν ξανά ότι οι θεσμοί υπάρχουν όχι για να προστατεύουν την εξουσία, αλλά για να την ελέγχουν.

Γι’ αυτό και οι πρόσφατες εξελίξεις έχουν βαρύτητα που ξεπερνά τις ίδιες τις υποθέσεις. Δείχνουν ότι το αφήγημα της παντοδυναμίας δεν είναι άτρωτο. Δείχνουν ότι το σχέδιο της πολιτικής λήθης δεν προχωρά χωρίς εμπόδια. Δείχνουν, τελικά, ότι εκεί όπου η κυβέρνηση θα προτιμούσε σιωπή, εξακολουθούν να υπάρχουν θεσμοί που αντιστέκονται.

Και σε μια δημοκρατία που δοκιμάζεται, αυτό δεν είναι λίγο. Είναι η αρχή για να ξαναπιστέψει η κοινωνία ότι τίποτα δεν έχει κλείσει οριστικά, όσο υπάρχουν ακόμη άνθρωποι και θεσμικά αντίβαρα που επιμένουν να κρατούν ανοιχτό το αίτημα της αλήθειας.

Τελευταίες Ειδήσεις