
Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ μικτά παρουσιάζεται ως μεγάλη κοινωνική παρέμβαση. Στην πράξη, όμως, η κυβέρνηση ζητά από την κοινωνία να πανηγυρίσει για 40 ευρώ παραπάνω, την ώρα που η ακρίβεια συνεχίζει να ροκανίζει μισθούς.
Οπως ανακοινώθηκε χθες από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, από την 1η Απριλίου ο κατώτατος μισθός ανεβαίνει στα 920 ευρώ μικτά, από 880 που βρίσκεται σήμερα. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτό ασποδεικνύει πως η οικονομία πηγαίνει καλύτερα και ότι το όφελος περνά στους εργαζόμενους. Ομως το βασικό ερώτημα δεν είναι τι ανακοινώνεται στο υπουργικό συμβούλιο. Το βασικό ερώτημα είναι αν ένας άνθρωπος που ζει με τον κατώτατο μισθό μπορεί πραγματικά να νιώσει μεγαλύτερη ασφάλεια στην καθημερινότητά του. Και εκεί η απάντηση δεν είναι θετική.
Γιατί η ασφάλεια του πολίτη δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι το αν μπορεί να πληρώσει το νοίκι του χωρίς να αδειάζει ολόκληρος ο μισθός. Είναι το αν μπορεί να ψωνίσει βασικά πράγματα χωρίς να κόβει από αλλού. Είναι το αν μπορεί να βγάλει τον μήνα χωρίς να ζει μόνιμα με την αγωνία του επόμενου λογαριασμού. Η ίδια η εικόνα της οικονομίας δείχνει ότι η αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα παραμένει κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα έφτασε το 3,1% τον Φεβρουάριο, με τις μεγαλύτερες πιέσεις να έρχονται από τα τρόφιμα και τις υπηρεσίες.
Τι μας λένε τα στοιχεία
Κι αν κάποιος θέλει να δει τι σημαίνει αυτό στην πράξη, αρκεί να κοιτάξει τη στέγη. Η Eurostat καταγράφει ότι η Ελλάδα είχε το 2024 το υψηλότερο ποσοστό στεγαστικής επιβάρυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση: 28,9% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά που δαπανούν υπερβολικά μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους για κατοικία. Στους νέους, η εικόνα είναι ακόμη χειρότερη, καθώς το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα φτάνει το 30,3%, το υψηλότερο στην ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι για τεράστιο μέρος της κοινωνίας το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι οι μισθοί είναι χαμηλοί. Είναι ότι δεν επαρκούν πια ούτε για τα απολύτως βασικά.
Και η οικονομική ανασφάλεια δεν σταματά στη στέγη. Φτάνει μέχρι την πρόσβαση στην ίδια την υγεία. Η Eurostat έδειξε ότι το 2024 η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό ανεκπλήρωτων αναγκών για ιατρική φροντίδα στην ΕΕ, με 21,9%. Δηλαδή σε μια χώρα που η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τις αυξήσεις μισθών, ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού συνεχίζει να δυσκολεύεται να λάβει την ιατρική φροντίδα που χρειάζεται, λόγω κόστους, αναμονών ή απόστασης. Αυτό είναι πολύ πιο αποκαλυπτικό για την πραγματική κατάσταση της κοινωνίας από κάθε κυβερνητική παρουσίαση.
Αυτή η αύξηση αρκεί; Οχι
Αρα το θέμα δεν είναι αν τα 40 ευρώ είναι «καλύτερα από το τίποτα». Προφανώς κάθε αύξηση μετρά όταν οι άνθρωποι πιέζονται τόσο πολύ. Το θέμα είναι άλλο: ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να παρουσιάσει μια μικρή αύξηση ως ουσιαστική αποκατάσταση του εισοδήματος, ενώ τα στοιχεία δείχνουν ότι η πίεση παραμένει βαθιά. Οταν η ακρίβεια στα τρόφιμα επιμένει, όταν η ενέργεια ξαναγίνεται απειλή, όταν η κατοικία απορροφά δυσανάλογο κομμάτι του εισοδήματος, τότε ο κατώτατος μισθός δεν είναι απλώς χαμηλός. Είναι ανεπαρκής για μια ζωή με στοιχειώδη σταθερότητα για να μην πούμε και στοιχειώδη αξιοπρέπεια.
Γι’ αυτό και η πολιτική συζήτηση δεν μπορεί να μένει στο αν η αύξηση είναι η έκτη σε τέσσερα χρόνια. Πρέπει να πηγαίνει στο αν αυτή η αύξηση αλλάζει πράγματι τους όρους ζωής. Και η απάντηση είναι ότι δεν τους αλλάζει όσο θέλει να μας πείσει η κυβέρνηση. Γιατί ο πολίτης δεν μετρά την οικονομία με ποσοστά. Τη μετρά με το αν νιώθει ότι μπορεί να σταθεί όρθιος. Και σήμερα, για πολύ μεγάλο μέρος της κοινωνίας, αυτή η αίσθηση λείπει.
Τελευταίες Ειδήσεις
- «Για να το συνδέσω με την Ιθάκη»: Το επικό σκίτσο του Πετρουλάκη για το νέο κόμμα Τσίπρα, για το οποίο μιλούν όλοι σήμερα
- Τα Μερομήνια προβλέπουν «σκληρό» καλοκαίρι: Ποιος θα είναι ο πιο δύσκολος μήνας
- Τεκτονικές αλλαγές σε νέα δημοσκόπηση: Τα 2 κόμματα που εξαφάνισε ο Τσίπρας με το καλημέρα