Δεν περιμένει την Ευρώπη- απλώς δεν θέλει να μειώσει τους φόρους

Μειώνεται η τιμή στο πετρέλαιο θέρμανσης

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικαλείται την Ευρώπη για να αποφύγει τη μείωση φόρων σε καύσιμα και βασικά αγαθά. Μόνο που η δυνατότητα υπάρχει ήδη και η κυβέρνηση απλώς επιλέγει να μην τη χρησιμοποιεί.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε, μέσω Bloomberg, να αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο μείωσης της φορολογίας στα καύσιμα μόνο αν υπάρξει κοινή ευρωπαϊκή απόφαση και μόνο αν δεν διαταραχθεί η δημοσιονομική πορεία της χώρας. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η γραμμή δεν περιγράφει ένα ευρωπαϊκό αδιέξοδο. Περιγράφει μια καθαρά πολιτική επιλογή της κυβέρνησης.

Τι λένε τα στοιχεία

Η αλήθεια είναι πολύ πιο απλή από όσο επιχειρεί να την παρουσιάσει το Μαξίμου. Η Ελλάδα δεν εμποδίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση να μειώσει τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα. Αντιθέτως, σήμερα επιβάλλει αισθητά υψηλότερο φόρο από το ελάχιστο κοινοτικό όριο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η αμόλυβδη στην Ελλάδα επιβαρύνεται με ΕΦΚ 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα και το πετρέλαιο κίνησης με 410 ευρώ ανά 1.000 λίτρα. Τα αντίστοιχα κατώτατα όρια που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία είναι 359 ευρώ για την αμόλυβδη και 330 ευρώ για το diesel. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση δεν βρίσκεται μπροστά σε κάποια ευρωπαϊκή απαγόρευση. Βρίσκεται μπροστά στη δική της επιλογή να κρατά τον φόρο πολύ πάνω από το ελάχιστο επιτρεπτό επίπεδο.

Αυτό έχει σημασία, γιατί ο πρωθυπουργός προσπάθησε να μεταθέσει τη συζήτηση στο επίπεδο της «ευρωπαϊκής λύσης», σαν να είναι τα χέρια της Αθήνας δεμένα μέχρι να κινηθεί συλλογικά η ΕΕ. Δεν είναι. Η χώρα έχει εθνικό περιθώριο παρέμβασης και απλώς δεν το χρησιμοποιεί. Και όταν ο κ. Μητσοτάκης λέει ότι διαφορετικά θα προτιμήσει τα γνωστά στοχευμένα βοηθήματα για τους πιο ευάλωτους, ουσιαστικά παραδέχεται ότι επιλέγει ξανά τη λογική των επιδομάτων αντί για μια οριζόντια φορολογική ανακούφιση που θα φανεί άμεσα στην αντλία και στην αλυσίδα των τιμών.

Ο ΦΠΑ που δεν μειώνεται

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και στο πεδίο του ΦΠΑ. Από τη μεταρρύθμιση του 2022, η ευρωπαϊκή οδηγία για τον ΦΠΑ δίνει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να εφαρμόζουν έως δύο μειωμένους συντελεστές έως και 5% σε έως 24 κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών, αλλά και έναν υπερμειωμένο ή και μηδενικό συντελεστή για έως επτά κατηγορίες που καλύπτουν βασικές ανάγκες, όπως τρόφιμα, φάρμακα και φαρμακευτικά προϊόντα. Άρα και εδώ δεν υπάρχει σοβαρό επιχείρημα ότι «η Ευρώπη δεν αφήνει». Η Ευρώπη αφήνει. Η κυβέρνηση δεν επιλέγει να το κάνει.

Και για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία, αρκεί να κοιτάξει κανείς τι συμβαίνει δίπλα μας. Στην Κύπρο, η μηδενική χρέωση ΦΠΑ σε βασικά είδη παρατάθηκε για όλο το 2026, με κυβερνητικό διάταγμα που καλύπτει, μεταξύ άλλων, βρεφικό γάλα, πάνες, προϊόντα γυναικείας υγιεινής, φρέσκα λαχανικά και φρούτα. Παράλληλα, η κυπριακή νομοθεσία διατηρεί και μειωμένο συντελεστή 5% σε συγκεκριμένες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών. Συνεπώς, δεν μιλάμε για κάποια θεωρητική δυνατότητα που υπάρχει μόνο στα χαρτιά. Μιλάμε για εργαλεία που άλλα κράτη-μέλη ήδη αξιοποιούν.

Η βιομηχανία

Την ίδια ώρα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο η συζήτηση που τρέχει λόγω της νέας ενεργειακής πίεσης αφορά κυρίως μέτρα στήριξης της βιομηχανίας: φορολογικές παρεμβάσεις στην ενέργεια, δικτυακές χρεώσεις, κόστος άνθρακα, μεγαλύτερη κρατική ενίσχυση για ενεργοβόρους κλάδους. Η ίδια η Κομισιόν, σύμφωνα με Reuters και Euronews, κινείται κυρίως προς την κατεύθυνση ανακούφισης των επιχειρήσεων που πλήττονται περισσότερο από το ενεργειακό κόστος. Αν, λοιπόν, η κυβέρνηση παρουσιάζει αυτές τις ευρωπαϊκές συζητήσεις ως δική της φιλολαϊκή στρατηγική, παραλείπει το βασικό: ότι το κέντρο βάρους στις Βρυξέλλες δεν είναι το νοικοκυριό, αλλά η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.

Σε αυτό το φόντο, έχει ενδιαφέρον και ο ρόλος του Κυριάκου Πιερρακάκη στο Eurogroup. Ο ίδιος, μετά τη συνεδρίαση της 9ης Μαρτίου, μίλησε για στενή παρακολούθηση των εξελίξεων, για ανάγκη συντονισμού και για προστασία πολιτών και επιχειρήσεων απέναντι στην άνοδο των ενεργειακών τιμών. Όλα σωστά ως διατύπωση. Αλλά το ερώτημα παραμένει πολιτικό: τι ακριβώς διεκδικεί η ελληνική κυβέρνηση όταν επιστρέφει από τις Βρυξέλλες; Ζητά πραγματικά περιθώριο για ουσιαστική ελάφρυνση των πολιτών ή απλώς χρησιμοποιεί την Ευρώπη ως άλλοθι για να μην αγγίξει μια φορολογική πολιτική που γεμίζει τα κρατικά ταμεία;

Λείπει η βούληση

Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό είναι το ουσιαστικό ερώτημα. Όχι αν υπάρχει κάποια τεχνική δυσκολία. Όχι αν λείπει το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο. Ούτε αν χρειάζεται πρώτα μια πανευρωπαϊκή συγχορδία για να κινηθεί η Αθήνα. Το ερώτημα είναι γιατί μια κυβέρνηση που διαφημίζει διαρκώς την υπεραπόδοση της οικονομίας, τα πλεονάσματα και τη δημοσιονομική σταθερότητα, αρνείται να αξιοποιήσει υπαρκτά εργαλεία με άμεσο αποτύπωμα στο πορτοφόλι της κοινωνίας.

Αν ήθελε πραγματικά να περιορίσει το κόστος για τα νοικοκυριά, θα μπορούσε ήδη να μειώσει αισθητά τον ΕΦΚ στα καύσιμα εντός των ορίων που επιτρέπει η ΕΕ. Αν ήθελε πραγματικά να ανακουφίσει το ράφι, θα μπορούσε ήδη να ανοίξει τη συζήτηση για μηδενικό ή υπερμειωμένο ΦΠΑ σε βασικές κατηγορίες αγαθών, όπως ακριβώς επιτρέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Δεν το κάνει. Και όσο δεν το κάνει, η επίκληση της Ευρώπης δεν ακούγεται ως υπεύθυνη στάση. Ακούγεται ως βολική δικαιολογία.

Τελευταίες Ειδήσεις