Τα νεκρά παιδιά δεν χωρίζονται σε «δικά μας» και «εισβολείς»

maria-karustianou

Η Μαρία Καρυστιανού συγκίνησε ως μάνα που έχασε το παιδί της. Όταν όμως μιλά για νεκρά παιδιά άλλων μανάδων με λέξεις που τα ξεχωρίζουν, κάτι βαθιά ανθρώπινο ραγίζει.

Η Μαρία Καρυστιανού είναι μια μάνα που έχασε το παιδί της. Αυτό από μόνο του είναι ένα τραγικό γεγονός που κάνει όλο τον κόσμο να την αντιμετωπίζει με σεβασμό, σιωπή και κατανόηση. Ο πόνος της είναι πραγματικός και βαθιά ανθρώπινος. Γι’ αυτό και συγκίνησε μια ολόκληρη κοινωνία. Άνθρωποι από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους στάθηκαν δίπλα της, όταν η φωνή της ταυτίστηκε με την απαίτηση για δικαιοσύνη, λογοδοσία και κράτος δικαίου, μετά την τραγωδία των Τεμπών.

Όμως από τη στιγμή που ένα πρόσωπο επιλέγει να μιλά δημόσια με πολιτικούς όρους και να τοποθετείται για μεγάλα κοινωνικά και θεσμικά ζητήματα, τότε ο λόγος του θα κρίνεται. Ο σεβασμός στη μάνα δεν μπορεί να σημαίνει αποσιώπηση των πολιτικών θέσεων. Και η κατανόηση του πόνου δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στην πολιτική κριτική.

Διαλύθηκαν αμφιβολίες και προσδοκίες

Για όσους είχαν ακόμη αμφιβολίες μετά τις δηλώσεις της για το δικαίωμα στις αμβλώσεις, η ανάρτηση της για το ναυάγιο της Χίου δεν αφήνει πλέον περιθώρια σύγχυσης. Σε ένα γεγονός όπου άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, όπου έγκυες γυναίκες απέβαλαν και ανήλικα παιδιά πνίγηκαν, ο τρόπος με τον οποίο μιλάς έχει βαρύτητα. Ο λόγος που επιλέγεται δείχνει πού στέκεσαι.

Θλίψη με στρατιωτικούς όρους

Όταν το κέντρο της αφήγησης μετατοπίζεται από την ανθρώπινη απώλεια στην έννοια της «εισβολής», τότε δεν πρόκειται απλώς για μια σκληρή διατύπωση. Ο όρος «εισβολέας» είναι στρατιωτικός όρος. Περιγράφει πάντοτε τον επιτιθέμενο εχθρό. Δεν περιγράφει ανθρώπους που ζητούν προστασία, ούτε επιδέχεται διαδικασία εξέτασης ασύλου. Είναι ένας όρος που εκ των προτέρων αφαιρεί την ιδιότητα του ανθρώπου που χρήζει προστασίας και τον μετατρέπει σε απειλή.

Με αυτόν τον τρόπο, η ανθρώπινη απώλεια περνά μέσα από φίλτρα «εθνικής άμυνας» και όχι μέσα από την αξία της ζωής. Και αυτό δεν είναι ουδέτερη στάση. Είναι ιδεολογία. Μια ιδεολογία που ιεραρχεί τις ζωές, που θέτει όρους στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και που αρνείται, ήδη από τη γλώσσα που χρησιμοποιεί, το δικαίωμα στην εξέταση, στο άσυλο, στην προστασία.

Η αντίφαση είναι βαθιά και γι’ αυτό γίνεται οδυνηρή. Μια μάνα που έχει χάσει το παιδί της γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα τι σημαίνει απώλεια και τι σημαίνει ζωή που δεν προστατεύτηκε.

Τα νεκρά παιδιά δεν έχουν χρώμα

Τα νεκρά παιδιά προκαλούν οδύνη ανεξάρτητα από το χρώμα του δέρματός τους, την καταγωγή τους ή το πώς βρέθηκαν στη θάλασσα. Δεν υπάρχουν παιδιά που αξίζουν λιγότερο πένθος. Κι ακριβώς γι’ αυτό, όταν ο λόγος αυτός εκφέρεται από μια μητέρα που έχει χάσει το παιδί της, αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος. Γιατί μια μάνα γνωρίζει όσο λίγοι τι σημαίνει απώλεια. Αλίμονο αν σε μια κοινωνία που θέλει να λέγεται δημοκρατική, αυτή η αυτονόητη θέση αρχίζει να αμφισβητείται ή να φιλτράρεται ιδεολογικά.

Και αυτή η τοποθέτηση δεν είναι απλώς συντηρητική. Βρίσκεται στον πυρήνα μιας ακροδεξιάς αντίληψης που βλέπουμε να ενισχύεται διεθνώς. Εκεί όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα γίνονται επιλεκτικά, όπου ο νόμος αποκόπτεται από την προστασία της ζωής και όπου η κοινωνία καλείται να αποδεχτεί ότι κάποιοι θάνατοι αξίζουν λιγότερο χώρο ή ακόμη και λιγότερη θλίψη.

Το να αναγνωρίζεις τον πόνο μιας μάνας δεν σημαίνει ότι αποδέχεσαι άκριτα την ιδεολογία που εκφράζει. Αντίθετα, ακριβώς επειδή αυτός ο πόνος συγκίνησε ανθρώπους από τον ευρύτερο δημοκρατικό χώρο, υπάρχει ευθύνη να ειπωθούν τα πράγματα καθαρά και χωρίς υπεκφυγές.

Όχι από έλλειψη σεβασμού. Αλλά από σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή, στα δικαιώματα και στη δημοκρατία. Χωρίς όρους και χωρίς εξαιρέσεις.

Τελευταίες Ειδήσεις