Η δικαίωση του αυτονόητου

Η δικαίωση του αυτονόητου

Από τη μυθοπλασία του «Ριφιφί» μέχρι τον Άρειο Πάγο, ή όταν η σχέση κοινωνίας και τραπεζικού συστήματος φτάνει να καθορίζεται στις αίθουσες των δικαστηρίων.

Η σειρά «Ριφιφί» του Σωτήρη Τσαφούλια σχολιάστηκε από πολλούς ως υπερβολική, δραματοποιημένη, ακόμη και «πολύ αριστερή» στον τρόπο που παρουσίασε τη σχέση πολιτών και τραπεζικού συστήματος. Θεωρήθηκε από ορισμένους ότι υπερέβαλε, ότι κατασκεύαζε έναν κόσμο όπου οι τράπεζες και οι μηχανισμοί γύρω από αυτές λειτουργούν σχεδόν σαν αδιαπέραστα συστήματα ισχύος απέναντι στον απλό άνθρωπο. Ίσως, όμως, η μυθοπλασία να μην απείχε τόσο από την πραγματικότητα όσο πολλοί πίστεψαν ή ήθελαν να πιστέψουν…

Από τη μυθοπλασία στην πραγματικότητα

Η απόφαση (5/2) της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για τους δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη έρχεται να φωτίσει με τον πιο καθαρό τρόπο ένα βαθύτερο πρόβλημα: ότι στην Ελλάδα, ακόμη και το αυτονόητο χρειάζεται κάποιες φορές να δικαιωθεί στο ανώτατο επίπεδο της Δικαιοσύνης.

Η απόφαση του Αρείου Πάγου ξεκαθάρισε πως οι τόκοι στα δάνεια που έχουν ενταχθεί στο πλαίσιο προστασίας του νόμου Κατσέλη πρέπει να υπολογίζονται πάνω στη μηνιαία δόση και όχι στο σύνολο της οφειλής. Πρόκειται για μια ερμηνεία που επηρεάζει εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες, ανθρώπους που βρίσκονται εδώ και χρόνια σε διαδικασία ρύθμισης χρεών, προσπαθώντας να διασώσουν την οικονομική τους σταθερότητα και σε πολλές περιπτώσεις την ίδια τους την κατοικία.

Η σημασία της απόφασης δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι βαθιά κοινωνική και θεσμική. Γιατί αναδεικνύει ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα, η εφαρμογή του νόμου δεν ήταν δεδομένη. Αντίθετα, δημιουργήθηκαν διαφορετικές ερμηνείες, αντιφατικές δικαστικές αποφάσεις και πρακτικές που μπορούσαν να επιβαρύνουν υπέρμετρα τους δανειολήπτες, μετατρέποντας τη ρύθμιση από εργαλείο προστασίας σε μηχανισμό αναπαραγωγής του χρέους.

Εδώ ακριβώς αναδύεται το κεντρικό ερώτημα: γιατί χρειάστηκε να φτάσει το ζήτημα μέχρι τον Άρειο Πάγο για να αποσαφηνιστεί κάτι που, για χιλιάδες νοικοκυριά, θεωρούνταν αυτονόητο;

Κανόνες υπήρχαν αλλά δεν εφαρμόζονταν

Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι σχετικοί κανόνες υπήρχαν ήδη. Από το 2015, η Τράπεζα της Ελλάδος είχε θέσει πλαίσιο για το πώς υπολογίζεται η πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής ενός δανείου. Στην πράξη, όμως, αυτό δεν εφαρμοζόταν πάντα με τον ίδιο τρόπο, με αποτέλεσμα πολλοί δανειολήπτες να επιβαρύνονται περισσότερο. Έτσι, ένα θέμα που θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρο, έφτασε τελικά μέχρι τον Άρειο Πάγο για να λυθεί.

Η υπόθεση αποκαλύπτει μια χρόνια παθογένεια του ελληνικού διοικητικού και οικονομικού συστήματος. Τη μεταφορά της ευθύνης στον πολίτη να διεκδικεί τα δικαιώματά του μέσα από χρονοβόρες, δαπανηρές και ψυχοφθόρες δικαστικές διαδικασίες. Σε μια άνιση αντιπαράθεση, όπου από τη μία πλευρά βρίσκεται ο μεμονωμένος δανειολήπτης και από την άλλη οργανωμένοι χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί με ατελείωτους πόρους και τεράστια νομική ισχύ.

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις τράπεζες. Δείχνει μια γενικότερη νοοτροπία, όπου συχνά το κράτος και ισχυροί οικονομικοί παράγοντες κινούνται ανεξέλεγκτα με βάση το συμφέρον τους μέχρι να παρέμβει η Δικαιοσύνη. Έτσι, οι πολίτες μένουν με την αβεβαιότητα αν οι νόμοι εφαρμόζονται στην πράξη ή αν θα πρέπει να καταφεύγουν συνεχώς στα δικαστήρια.

Επιβίωση κι αξιοπρέπεια

Η δεκαετής οικονομική κρίση άφησε πίσω της ένα τεράστιο ιδιωτικό χρέος, το οποίο εξακολουθεί να επηρεάζει την καθημερινότητα εκατοντάδων χιλιάδων οικογενειών. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους, η ρύθμιση ενός δανείου δεν είναι απλώς μια οικονομική συμφωνία. Είναι επιβίωση, κοινωνική σταθερότητα κι αξιοπρέπεια.

Η απόφαση του Αρείου Πάγου δεν κλείνει απλώς μια νομική εκκρεμότητα. Ανοίγει μια βαθύτερη συζήτηση για το πώς λειτουργεί το κράτος δικαίου στη χώρα. Για το αν οι πολίτες μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς απέναντι σε ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες. Και τελικά, για το αν το αυτονόητο μπορεί κάποτε να πάψει να αποτελεί αντικείμενο δικαστικής διεκδίκησης.

Γιατί σε μια κοινωνία που θέλει να θεωρείται σύγχρονη και ευρωπαϊκή, η πραγματική πρόκληση δεν είναι να δικαιώνεται ο πολίτης στο τέλος μιας μακράς διαδρομής. Είναι να μη χρειάζεται να τη διανύσει.

Τελευταίες Ειδήσεις