
Δεκαπέντε άνθρωποι χάθηκαν στη θάλασσα ανοιχτά της Χίου. Πριν υπάρξει πόρισμα, η κυβέρνηση ζήτησε να «επιλέξουμε να πιστέψουμε» κι ενώ το προηγούμενο της Πύλου παραμένει ακόμη νωπό στη μνήμη όλων μας.
Δεκαπέντε άνθρωποι δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους. Ανάμεσά τους ανήλικοι, γυναίκες, αλλά κι έγκυες που έχασαν τα παιδιά τους πριν καν αυτά γεννηθούν. Η θάλασσα ανοιχτά της Χίου έγινε για ακόμη μία φορά τόπος θανάτου και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να προσπερνά μια τέτοια τραγωδία. Ειδικά μια κυβέρνηση μιας δημοκρατικής ευρωπαϊκής χώρας.
Μπροστά σε μια τέτοια τραγωδία, δεν χωρούν βιαστικά συμπεράσματα. Το ελάχιστο που οφείλει να κάνει μια πολιτεία είναι ο σεβασμός στους νεκρούς και η πλήρης διερεύνηση της αλήθειας.
Κι εδώ ακριβώς αρχίζουν τα ερωτήματα, καθώς παρότι δεν υπάρχει ακόμη πόρισμα και η διερεύνηση βρίσκεται σε εξέλιξη, η κυβέρνηση έσπευσε από τις πρώτες ώρες να παρουσιάσει μια (συμφέρουσα;) εκδοχή των γεγονότων. Μια εκδοχή που μεταφέρει εξαρχής την ευθύνη στους (πράγματι εγκληματίες) διακινητές και αφήνει ελάχιστο χώρο για αμφισβήτηση, έλεγχο ή ακόμη και ουσιαστική συζήτηση.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι η πολιτεία υπερασπίζεται τις αρχές της. Το πρόβλημα είναι ότι μοιάζει να υπερασπίζεται ένα αφήγημα, χωρίς να εκφράζει την ανάγκη για πλήρη διερεύνηση. Κι όποτε ή όπου έχει εφαρμοστεί αυτή η τακτική, έχει αποδειχθεί επικίνδυνη.
Που είναι τα στοιχεία;
Οι πρώτες ώρες μετά το ναυάγιο άφησαν πίσω τους αντιφατικές πληροφορίες: διαρροές που εμφανίστηκαν και μετά αποσύρθηκαν για ανταλλαγή πυροβολισμών, περιγραφές που διορθώθηκαν χωρίς επαρκείς εξηγήσεις. Αντί να ξεκαθαρίζει η εικόνα, δημιουργήθηκε μεγαλύτερη σύγχυση. Και όταν σε ένα τόσο σοβαρό περιστατικό οι επίσημες εκδοχές αλλάζουν ή «στρογγυλεύονται», το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό, αλλά ουσιαστικό.
Κεντρικό στοιχείο του κυβερνητικού αφηγήματος αποτελεί ο ισχυρισμός ότι οι διακινητές, αντί να επιχειρήσουν διαφυγή, κινήθηκαν εσκεμμένα με το υπερφορτωμένο φουσκωτό σκάφος προς το σκάφος του Λιμενικού. Πρόκειται για μια εκδοχή που γεννά εύλογα ερωτήματα. Όχι επειδή αποκλείεται απολύτως, αλλά επειδή δεν συμβαδίζει με τη συνήθη πρακτική των κυκλωμάτων, ούτε με τη στοιχειώδη λογική του ρίσκου.
Τι είδους ορμή μπορεί να αναπτύξει ένα υπερφορτωμένο φουσκωτό με δεκάδες ανθρώπους; Ποια σκοπιμότητα θα οδηγούσε σε μια επιλογή που θέτει σε άμεσο κίνδυνο τόσο τους επιβαίνοντες όσο και τους ίδιους τους διακινητές;
Αυτά τα ερωτήματα δεν γίνεται να απαντώνται με διαβεβαιώσεις. Πρέπει να απαντηθούν με στοιχεία.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Καθημερινής, το σκάφος του Λιμενικού διέθετε κάμερες, οι οποίες όμως δεν τέθηκαν σε λειτουργία τη στιγμή του περιστατικού. Αν αυτό ισχύει, δεν πρόκειται για μια ασήμαντη τεχνική λεπτομέρεια. Πρόκειται για ένα κρίσιμο εργαλείο διαφάνειας που θα μπορούσε να φωτίσει τα γεγονότα και δεν το έκανε.
Το ίδιο ισχύει και για τους κανόνες επιχειρησιακής δράσης. Το περιστατικό φέρεται να εξελίχθηκε εντός ελληνικών χωρικών υδάτων. Αυτό σημαίνει ότι δεν μιλάμε απλώς για αποτροπή, αλλά για σαφείς υποχρεώσεις έρευνας και διάσωσης, με συγκεκριμένα πρωτόκολλα και περιορισμούς στους επικίνδυνους χειρισμούς. Το αν αυτά τηρήθηκαν δεν είναι ζήτημα εμπιστοσύνης, αλλά αποδείξεων.
Ο υπουργός που επιλέγει τι να πιστέψει
Η κυβερνητική βιασύνη αποτυπώθηκε με τον πιο ωμό τρόπο και στη δήλωση του Θάνου Πλεύρη: «εγώ επιλέγω να πιστέψω τους λιμενικούς». Μια φράση θεσμικά απαράδεκτη. Όχι επειδή εκφράζει στήριξη στο Λιμενικό, αλλά επειδή προεξοφλεί την αλήθεια πριν υπάρξει οποιαδήποτε επίσημη έκθεση ή πόρισμα.
Τι ακριβώς «πίστεψε» ο υπουργός; Προφορικές περιγραφές; Εσωτερικές ενημερώσεις; Σε ένα κράτος δικαίου, οι υπουργοί δεν επιλέγουν τι πιστεύουν όταν υπάρχουν νεκροί. Περιμένουν τα στοιχεία. Περιμένουν και απαιτούν τη διερεύνηση. Δεν υποκαθιστούν τη διαδικασία με προσωπικές βεβαιότητες.
Άλλωστε, όπως θα έπρεπε να θυμάται ο υπουργός, υπάρχει ένα πρόσφατο και βαρύ προηγούμενο που δείχνει ακριβώς γιατί οι προφορικές διαβεβαιώσεις δεν αρκούν. Στο ναυάγιο της Πύλου, οι λιμενικοί είχαν δώσει επίσης καθησυχαστικές εξηγήσεις: ότι παρείχαν βοήθεια, ότι δεν υπήρξε αίτημα συνδρομής, ότι όλα έγιναν όπως έπρεπε, ενώ και τότε οι κάμερες δεν κατέγραψαν κρίσιμα σημεία, γιατί «δεν λειτουργούσαν». Αυτές οι αρχικές εκδοχές κατέρρευσαν όταν ο Συνήγορος του Πολίτη κατέγραψε σοβαρές παραλείψεις και, τελικά, στελέχη του Λιμενικού που είχαν δώσει αυτές τις διαβεβαιώσεις παραπέμφθηκαν στη Δικαιοσύνη με κακουργηματικές κατηγορίες.
Με αυτό το προηγούμενο, η επίκληση της «πίστης» δεν είναι στάση ευθύνης. Το ελάχιστο που απαιτείται είναι η διερεύνηση των στοιχείων.
Μελωδία για ακροδεξιά αυτιά
Η χρονική συγκυρία επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την εικόνα. Το ναυάγιο σημειώνεται την παραμονή της συζήτησης στη Βουλή για το νέο νομοσχέδιο για τη μετανάστευση. Σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση επενδύει συστηματικά στην εικόνα της «αυστηρής αλλά αποτελεσματικής» διαχείρισης, κάθε περιστατικό στα σύνορα αποκτά πολιτικό βάρος. Και όταν αυτό το βάρος απαντάται με σιωπή στα δύσκολα ερωτήματα και βεβαιότητα στα εύκολα συμπεράσματα, γεννιέται η αίσθηση ότι το πολιτικό συμφέρον προηγείται της αλήθειας.
Η κοινωνία δεν ζητά καταδίκες χωρίς στοιχεία. Ζητά όμως κάτι στοιχειώδες: να μη θεωρείται ύποπτος όποιος ρωτά. Να μη βαφτίζεται «υπονόμευση» η απαίτηση για διαφάνεια. Να μη συγχέεται η λογοδοσία με την έλλειψη πατριωτισμού.
Γιατί στο τέλος δεν κρίνεται μόνο το αν όλα έγιναν όπως προβλέπεται από τους λιμενικούς στη Χίο. Κρίνεται και η κυβέρνηση: αν θα επιλέξει τη διαφάνεια και την πραγματική διερεύνηση ή αν θα εργαλειοποιήσει την τραγωδία για να περάσει πολιτικά μηνύματα προς το πιο σκληρό, ακροδεξιό ακροατήριό της.
Σε μια δημοκρατία, όταν δεκαπέντε άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους στη θάλασσα, το ελάχιστο που οφείλει η κυβέρνηση είναι να αφήσει την αλήθεια να ειπωθεί ολόκληρη, όσο άβολη κι αν είναι.
Τελευταίες Ειδήσεις
- ΣΚΑΪ, πρώην σύντροφοι και… θανατική ποινή: Το τριπλό χτύπημα που εξόργισε τον Τσίπρα
- Η τρίτη δύναμη χωρίς κόμμα: Το παράδοξο των 27 που αλλάζουν το παιχνίδι
- Ο δρόμος Μητσοτάκη προς την κάλπη: Τραμπ, ΔΕΘ, Μάρμαρα, εκλογές


