Τα υπερπλεονάσματα τα πληρώνουν οι πολλοί

lefta

Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για υπερπλεονάσματα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα υπερπλεονάσματα δεν πέφτουν από τον ουρανό. Βγαίνουν από μια φορολογική πίεση που για τους περισσότερους εργαζόμενους γίνεται όλο και πιο ασφυκτική.

Η μεγάλη αντίφαση της ελληνικής οικονομίας σήμερα είναι σχεδόν εξοργιστική. Από τη μία, η κυβέρνηση εμφανίζει τα υπερπλεονάσματα ως απόδειξη επιτυχίας, σταθερότητας και χρηστής διαχείρισης. Από την άλλη, όλο και περισσότεροι πολίτες νιώθουν ότι, παρότι βγάζουν λίγα περισσότερα, τους μένουν λιγότερα. Και αυτή η αίσθηση δεν είναι ψυχολογική. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση που δημοσίευσε το Ποντίκι, τα φορολογικά έσοδα του κράτους αυξήθηκαν από το 2021 έως το 2025 περίπου κατά 40%, κάτι που μεταφράζεται σε επιβάρυνση γύρω στις 3.000 ευρώ ανά κάτοικο ή περίπου 4.000-4.500 ευρώ ανά εργαζόμενο.

Αν αυτά τα χρήματα επέστρεφαν στους πολίτες με καλύτερες υπηρεσίες, ισχυρότερο κοινωνικό κράτος, ουσιαστικές φοροελαφρύνσεις και μια αίσθηση δικαιοσύνης, η συζήτηση θα ήταν διαφορετική. Όμως δεν συμβαίνει αυτό. Αντιθέτως, η κυβέρνηση παρουσιάζει τα υπερπλεονάσματα περίπου ως δικό της κατόρθωμα, ενώ στην πραγματικότητα είναι σε μεγάλο βαθμό προϊόν μιας επίμονης υπερφορολόγησης, ιδιαίτερα πάνω στην εργασία και την κατανάλωση. Το ίδιο το υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε για το πρώτο τρίμηνο του 2026 φορολογικά έσοδα άνω των 17,2 δισ. ευρώ και πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 4,4 δισ. ευρώ, πολύ πάνω από τον στόχο.

Μετρήσιμη φορολογική πίεση

Το ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι αυτή η πίεση δεν είναι μόνο ελληνική αίσθηση, αλλά καταγράφεται και διεθνώς. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, όπως παρουσιάστηκαν από το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, το 2025 η συνολική φορολογική επιβάρυνση στην εργασία για έναν μέσο άγαμο εργαζόμενο στην Ελλάδα ήταν 39,3%, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 35,1%. Για ζευγάρι με δύο παιδιά, η επιβάρυνση φτάνει το 37,5% έναντι 26,2% στον ΟΟΣΑ. Και από τον μικτό μισθό, στον Έλληνα εργαζόμενο απομένει το 76,2% του εισοδήματος, όταν στις χώρες του ΟΟΣΑ απομένει κατά μέσο όρο το 85,3%. Με άλλα λόγια, η φορολογική πίεση δεν είναι ούτε θεωρία ούτε κομματική υπερβολή. Είναι μετρήσιμη πραγματικότητα.

Εδώ ακριβώς καταρρέει και το κυβερνητικό αφήγημα περί «φοροελαφρύνσεων». Γιατί μπορεί πράγματι να υπάρχουν επιμέρους μειώσεις ή στοχευμένες παρεμβάσεις για ορισμένες κατηγορίες, όμως για τον μέσο εργαζόμενο η μεγάλη εικόνα λέει κάτι άλλο: το κράτος εισπράττει όλο και περισσότερα και ο ίδιος νιώθει όλο και πιο στριμωγμένος. Αυτή είναι και η πιο σκληρή πολιτική αλήθεια για τα υπερπλεονάσματα. Δεν είναι ένας ουδέτερος αριθμός στους πίνακες του Γενικού Λογιστηρίου. Είναι ο μισθός που μικραίνει μόλις περάσει από φόρους και εισφορές. Είναι η κατανάλωση που ακριβαίνει με ΦΠΑ και έμμεσους φόρους. Είναι η αίσθηση ότι δουλεύεις περισσότερο και αναπνέεις λιγότερο.

Δεν το λες και επιτυχία

Και γι’ αυτό τα υπερπλεονάσματα δεν μπορούν να παρουσιάζονται ως θρίαμβος. Για μια κυβέρνηση που υποτίθεται ότι θέλει να στηρίζει τη μεσαία τάξη και την εργασία, το να χτίζει πλεονάσματα πάνω σε τόσο βαριά φορολογική πίεση δεν είναι επιτυχία. Είναι επιλογή. Μια επιλογή που επιβαρύνει κυρίως τους πολλούς, ενώ αφήνει πάντα ανοιχτά παράθυρα προστασίας για ορισμένους. Ακριβώς γι’ αυτό η φράση «υπερφορολόγηση πλην ορισμένων» περιγράφει τόσο καλά τη σημερινή εικόνα: δεν μοιράζεται ισότιμα ούτε το βάρος ούτε η ανακούφιση.

Κάποια στιγμή αυτή η χώρα πρέπει να αποφασίσει αν θέλει υπερπλεονάσματα ή φορολογική δικαιοσύνη. Γιατί δεν μπορεί να πανηγυρίζει διαρκώς για υπεραπόδοση εσόδων, ενώ οι εργαζόμενοι αισθάνονται ότι το κράτος τούς αντιμετωπίζει πρώτα ως πηγή είσπραξης και μετά ως πολίτες. Αν η κυβέρνηση θέλει πράγματι να μιλά για ανάπτυξη, τότε οφείλει να αποδείξει ότι αυτή η ανάπτυξη δεν θα μετριέται μόνο στα κρατικά ταμεία αλλά και στις τσέπες εκείνων που τη χρηματοδοτούν. Μέχρι τότε, τα υπερπλεονάσματα δεν θα ακούγονται σαν επιτυχία. Θα ακούγονται σαν λογαριασμός που τον πληρώνουν πάλι οι ίδιοι.

Τελευταίες Ειδήσεις