Τσέρνομπιλ: Τα αρχεία του ΕΜΠ αποκαλύπτουν τι πραγματικά συνέβη στην Ελλάδα – Μέχρι πού έφτασε η μόλυνση;

Τσέρνομπιλ: Τα αρχεία του ΕΜΠ αποκαλύπτουν τι πραγματικά συνέβη στην Ελλάδα – Μέχρι πού έφτασε η μόλυνση;

Το Τσέρνομπιλ άφησε ίχνη σε 1.200 τετραγωνικά χιλιόμετρα, όμως ο καθηγητής Νικόλαος Πετρόπουλος ξεκαθαρίζει ότι ο μεγάλος κίνδυνος ήταν ο πανικός

Τσέρνομπιλ και Ελλάδα είναι δύο λέξεις που συνδέθηκαν απότομα στις 5 Μαΐου 1986, όταν το ραδιενεργό νέφος από το πυρηνικό ατύχημα στην τότε Σοβιετική Ένωση έφτασε και στη χώρα μας, προκαλώντας ανησυχία, πολιτική αντιπαράθεση, φόβο για τα τρόφιμα και έναν πανικό που, όπως αποδείχθηκε αργότερα, είχε βαρύτερες κοινωνικές συνέπειες από την ίδια τη ραδιενεργή επιβάρυνση. Τα αρχεία του Εργαστηρίου Πυρηνικής Τεχνολογίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου επιβεβαιώνουν ότι σχεδόν το 1% της Ελλάδας, δηλαδή περίπου 1.200 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ρυπάνθηκαν από ίχνη ραδιενέργειας, με περιοχές όπως η Καρδίτσα, η Νάουσα και η Αθήνα να καταγράφονται στον χάρτη των μετρήσεων. Όμως ο Νικόλαος Πετρόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Πυρηνικής Τεχνολογίας του ΕΜΠ, μιλώντας στο Orange Press Agency βάζει τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση: τα κατάλοιπα έφτασαν στην Ελλάδα, αλλά όχι σε ποσότητες που να θεωρούνται επικίνδυνες.

Τσέρνομπιλ: Οι πρώτες μετρήσεις που αιφνιδίασαν τους επιστήμονες

Στο κτίριο Κ του ΕΜΠ, λίγα μόλις μέτρα από την Κατεχάκη, φυλάσσονται μέχρι σήμερα 1.500 δείγματα εδάφους που συλλέχθηκαν από την Ελλάδα την περίοδο 1986-1987, καθώς και άλλα 1.000 που συγκεντρώθηκαν από το 1987 έως το 2007. Τα δείγματα αυτά λειτουργούν ως σιωπηλοί μάρτυρες μιας εποχής στην οποία η χώρα δεν διέθετε ούτε τη σημερινή υλικοτεχνική υποδομή ούτε την επικοινωνιακή ψυχραιμία για να διαχειριστεί ένα τόσο σύνθετο γεγονός. Ο κ. Πετρόπουλος θυμάται ότι αρχικά πολλοί επιστήμονες πίστευαν πως το νέφος δεν θα γινόταν καν μετρήσιμο στην Ελλάδα. Όμως οι ενδείξεις στο εργαστήριο άλλαξαν απότομα. Όπως λέει: «Σαν πολίτες εκείνη την εποχή δεν δώσαμε στην αρχή κάποια σημασία. Διότι εγώ ως φοιτητής είχα μία τριβή με το αντικείμενο και θεωρήσαμε, όπως θεώρησαν και αρκετοί επιστήμονες, ότι δεν θα συμβεί κάτι που θα φτάσει στην Ελλάδα, ότι δεν θα γίνει αντιληπτό μάλλον στη χώρα μας το ατύχημα. Δηλαδή ότι δεν θα έχει κάποια οποιαδήποτε συνέπεια στη χώρα μας, δεν θα είναι μετρήσιμο δηλαδή. Αλλά τα πράγματα μας διέψευσαν και μας διέψευσαν και μέσα στο ίδιο το εργαστήριο, γιατί εκεί πέρα που το εργαστήριο μετρούσε μία καθημερινότητα που έδειχνε τρία, ξαφνικά βρέθηκε η καθημερινότητα να δείχνει 33».

Η αύξηση αυτή έδειξε ότι τα κατάλοιπα του ατυχήματος είχαν πράγματι φτάσει στην Ελλάδα. Ωστόσο, ο καθηγητής επιμένει ότι άλλο η ανίχνευση και άλλο ο κίνδυνος. «Μας έδωσαν ένα σύνθημα ότι κάτι παραπάνω από ό,τι υποπτευόμαστε συμβαίνει και ότι τα κατάλοιπα του ατυχήματος έχουν έρθει και στην Ελλάδα. Για να το ξεκαθαρίσουμε, εμείς το ξέραμε πάρα πολύ καλά από τότε, ότι ήρθαν μεν τα κατάλοιπα του ατυχήματος, όμως δεν έφτασαν σε ποσότητες οι οποίες είναι επικίνδυνες. Γιατί υπάρχουν πάρα πολλοί αστικοί μύθοι που μας λένε ότι τα κατάλοιπα του ατυχήματος του Τσερνόμπιλ που φτάσαν στην Ελλάδα ήταν βλαβερά, τρομερά, φοβερά, κάνανε καρκίνους και τα λοιπά. Αυτά, θα μου επιτρέψετε, δεν ισχύουν».

Τσέρνομπιλ: Καρδίτσα, Νάουσα, Αθήνα και ο χάρτης της ραδιενέργειας

Η χαρτογράφηση που ξεκίνησε ο καθηγητής Σιμόπουλος του ΕΜΠ έδωσε για πρώτη φορά καθαρή εικόνα για το πού έπεσε υλικό από το Τσερνόμπιλ στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον κ. Πετρόπουλο, «Στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας, ο τότε καθηγητής μας, που δυστυχώς δεν είναι μαζί μας σήμερα, ο κ. Σιμόπουλος, ξεκίνησε να κάνει μια έρευνα να βρει σε ποιες περιοχές της Ελλάδος έχει πέσει υλικό από το Τσερνόμπιλ. Πήγε σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα και μέτρησε δείγματα εδάφους. Πήρε 1.500 δείγματα, τα οποία έφτασαν στο εργαστήριο. Από τον Σεπτέμβριο του 1986 εμείς είχαμε την αποτύπωση της χώρας». Οι περιοχές της Καρδίτσας και της Νάουσας εμφανίστηκαν με υψηλότερες τιμές, ενώ στην Αθήνα οι τιμές ήταν χαμηλότερες, παρά τον μεγάλο πανικό που είχε επικρατήσει.

Ο ίδιος εξηγεί τι σήμαιναν οι «κόκκινες» περιοχές στον χάρτη: «Βλέπετε εδώ στην περιοχή των Αθηνών, όπου δημιουργήθηκε ο μεγαλύτερος πανικός, είναι το κίτρινο χρώμα, δηλαδή πολύ χαμηλό. Υπάρχουν οι περιοχές της Καρδίτσας και της Νάουσας, οι οποίες είναι κόκκινες. Κόκκινες δεν σημαίνει επικίνδυνος, σημαίνει ‘περισσότερο’. Λοιπόν, και σήμερα αν πάμε σε αυτές τις περιοχές, αλλά και στην Αθήνα αν πάμε, θα βρούμε ίχνη». Για τον καθηγητή, ο πανικός γύρω από το γάλα, το τυρί, τα χόρτα, τα λαχανικά και τα φρούτα ήταν δυσανάλογος με την πραγματική έκταση του προβλήματος. Το ίδιο διάστημα, τα εργαστήρια δέχονταν εκατοντάδες ή και χιλιάδες δείγματα τροφίμων από πολίτες και εμπόρους, μέσα σε ένα κλίμα φόβου που τροφοδοτήθηκε και από την πολιτική πόλωση της εποχής.

Το ανθρώπινο λάθος και ο πανικός που πλήρωσε η Ελλάδα

Για τα αίτια του ατυχήματος, ο κ. Πετρόπουλος είναι σαφής: «Το ατύχημα στο Τσερνόμπιλ είναι σίγουρα ένα ανθρώπινο λάθος. Δεν σημαίνει ότι η τεχνολογία του αντιδραστήρα ήταν η τέλεια τεχνολογία. Ο αντιδραστήρας αυτός δέχεται πολλή κριτική για την τεχνολογία του. Όμως, παρόλο που αυτός ο αντιδραστήρας είχε ορισμένα μειονεκτήματα, οι τότε Σοβιετικοί επιστήμονες τα γνωρίζανε και αν τον λειτουργούσες αυτόν τον αντιδραστήρα σωστά και χωρίς να παραβιάζεις ορισμένους κανόνες, οι οποίοι ήταν ξεκάθαροι, θα συνέχιζαν να λειτουργούν». Ο καθηγητής τονίζει ότι η καταστροφή προέκυψε από αλυσίδα λαθών, παραβιάσεων και αγνόησης προειδοποιητικών σημαδιών.

Η πιο οδυνηρή συνέπεια για την Ελλάδα δεν ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, η ραδιενέργεια, αλλά οι εκτρώσεις που έγιναν υπό τον φόβο τερατογενέσεων. Όπως σημειώνει: «Δεν υπήρχε τίποτα από όλα αυτά [σ.σ. τερατογενέσεις] και δυστυχώς το πλήρωσε η χώρα με πάρα πολλές εκτρώσεις, οι οποίες δεν έπρεπε να γίνουν σε καμία περίπτωση». Ο κ. Πετρόπουλος συγκρίνει τη δόση από το Τσερνόμπιλ με τη φυσική ραδιενέργεια και εξηγεί ότι ακόμη και στο χειρότερο σενάριο, σε Καρδίτσα ή Νάουσα, η πρόσθετη δόση σε βάθος 50 ετών δεν αλλάζει ουσιαστικά την έκθεση που δέχεται έτσι κι αλλιώς ο άνθρωπος από το φυσικό περιβάλλον. Για το αν μπορεί να επαναληφθεί σήμερα ένα αντίστοιχο ατύχημα, εμφανίζεται καθησυχαστικός: «Σήμερα όχι. Η πυρηνική τεχνολογία εξελίσσεται και γίνεται συνεχώς ασφαλέστερη».

Τελευταίες Ειδήσεις