
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν τα social media κάνουν κακό. Το ερώτημα είναι αν η απαγόρευση αρκεί.
Από την 1η Ιανουαρίου 2027, η Ελλάδα σκοπεύει να απαγορεύσει την πρόσβαση στα social media για παιδιά κάτω των 15 ετών, μια ειλημμένη απόφαση κι ένα μέτρο που ανακοινώθηκε σήμερα, με στόχο να περιορίσει φαινόμενα όπως το άγχος, η εξάρτηση και η διαρκής έκθεση των ανηλίκων σε έναν κόσμο χωρίς φίλτρα. Η απόφαση μοιάζει, σε πρώτη ανάγνωση, αυτονόητη και για την οικονομία της συζήτησης ας θεωρήσουμε κοινώς αποδεκτό ότι αποτελεί ένα βήμα. Ωστόσο, η αντανάκλαση των social media και του περιεχομένου τους στις ψυχές των παιδιών απαιτεί έναν μαραθώνιο κι όχι ένα ακόμα βήμα.
Το εύκολο μέτρο και η δύσκολη πραγματικότητα
Η απόφαση εδράζεται στη «συνταγή» λιγότερη έκθεση, λιγότερος κίνδυνος. Λιγότερο scrolling, περισσότερη ανεμελιά και παιδικότητα. Αλλά το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν τα social media κάνουν κακό. Το ερώτημα είναι αν η απαγόρευσή τους αρκεί για να διορθώσει τα κακώς κείμενα και τον… λοξό δρόμο που έχει πάρει σημαντικό ποσοστό των παιδιών και των εφήβων. Η προφανής απάντηση είναι «ναι», αλλά πρόκειται για πιο σύνθετη κατάσταση. Γιατί τα social media δεν είναι η ρίζα του προβλήματος, αλλά ο καθρέφτης του. Γιγαντώνουν την «ανάγκη» για αποδοχή, επιταχύνουν τη σύγκριση, μετατρέπουν τη βία σε κάτι απτό και σχεδόν καθημερινό. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν δημιουργούν αυτές τις δυναμικές, αλλά τις αποκαλύπτουν. Και το χειρότερο όλων είναι ότι τις κάνουν να μοιάζουν με κανονικότητα. Ένα παιδί που μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον πίεσης, σύγκρισης ή συναισθηματικής απόστασης δεν προστατεύεται επειδή δεν έχει Instagram. Απλώς, θα βρει άλλους τρόπους να εκφράσει ή να… υποκύψει στα ίδια μοτίβα.
Η απαγόρευση, στην πραγματικότητα, είναι το πιο εύκολο πολιτικό εργαλείο. Είναι σαφής, μετρήσιμη και επικοινωνιακά ισχυρή. Όπως με όλες τις κυβερνητικές αποφάσεις, δίνει την αίσθηση ότι κάτι κινείται. Ωστόσο, μεταφέρει το πρόβλημα από την κοινωνία στην πλατφόρμα και κάπου εκεί βρίσκεται η λεπτή γραμμή μεταξύ της απαγόρευσης και της αντίδρασης. Γιατί στην πράξη, τα παιδιά δεν εξαφανίζονται από το διαδίκτυο. Μετακινούνται. Μαθαίνουν να παρακάμπτουν περιορισμούς, να δημιουργούν λογαριασμούς με ψεύτικες ηλικίες, να κινούνται σε λιγότερο ελεγχόμενους χώρους. Και για να γίνουν όλα αυτά, δεν χρειάζονται καθοδήγηση. Απλώς το κάνουν, γιατί μπορούν.
Αυτό σημαίνει ότι η απαγόρευση, δεν δίνει εφόδια, δεν εκπαιδεύει κι απλώς καθυστερεί, ενίοτε με επικίνδυνο τρόπο, αφήνοντας τα παιδιά απροετοίμαστα για μια «βουτιά» στα βαθιά που ούτως ή άλλως δεν μπορούν να την αποφύγουν. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι το μέτρο δεν έχει αξία. Μπορεί να μειώσει την έκθεση, να πιέσει τις πλατφόρμες να αναλάβουν ευθύνη, να βάλει ένα πρώτο όριο σε ένα περιβάλλον που μέχρι σήμερα ήταν σχεδόν ανεξέλεγκτο. Και να φέρει και την οικογένεια προ των ευθυνών της. Αν μείνει μόνο στην απαγόρευση είναι καταδικασμένο να αποτύχει. Γιατί το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται εκτός οθόνης. Βρίσκεται στο πώς μεγαλώνουν τα παιδιά, πόσο χρόνο περνούν οι γονείς με τα παιδιά τους. Έγκειται επίσης στο κατά πόσο είναι έτοιμο είναι το σχολείο να διαχειριστεί μια ψηφιακή πραγματικότητα που έχει ήδη ξεπεράσει το ίδιο, αλλά και στο πόσο «φυσιολογική» έχει γίνει η επιθετικότητα, η έκθεση και η ανάγκη επιβεβαίωσης. Τα social media είναι απλώς το πεδίο εφαρμογής τους και γι αυτό η συζήτηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να σταματήσει στην απαγόρευση.
Το πρόβλημα δεν είναι στην οθόνη είναι γύρω απ’ αυτήν
Χρειάζεται πιο γενναίες και πιο δύσκολες αποφάσεις. Χρειάζεται εκπαίδευση ψηφιακής συμπεριφοράς από μικρή ηλικία, ουσιαστική εμπλοκή των γονέων, καλλιέργεια κριτικής σκέψης και κυρίως να αντιληφθούν οι μεγαλύτεροι ότι παραδίδουν στα παιδιά μια κοινωνία που είναι ήδη πιο απαιτητική απ’ όσο νομίζουμε και που ελίσσεται και μεταλλάσσεται συνεχώς.
Η απαγόρευση, και καλώς γίνεται, μπορεί να μειώσει την υπερέκθεση των παιδιών στα social media, όμως το ζήτημα δεν είναι πότε θα μπουν τα παιδιά στα social media, αλλά με τι εφόδια θα μπουν. Κι αυτό δεν ρυθμίζεται με έναν νόμο. Απαιτεί κοινωνική συνοχή από μια κοινωνία που είναι αποφασισμένη να δει το πρόβλημα πέρα από την οθόνη, κι όχι να το ζει μέσα από αυτή κατόπιν εορτής.