Το «πιο γλυκό πετρέλαιο» του Τραμπ δεν φτάνει: Πώς οι Ευρωπαίοι πετρελαιάδες κερδίζουν και οι Αμερικανοί χάνουν

Η Exxon Mobil στον Ερντογάν: Οι απειλές δεν θα μας απομακρύνουν

Η εικόνα είναι ξεκάθαρη: Οι ευρωπαϊκές μετοχές ανεβαίνουν όσο διαρκεί η κρίση και την ίδια στιγμή, οι αμερικανικές ξεφουσκώνουν.

Ο Ντόναλντ Τραμπ διατράνωνε ότι το αμερικανικό πετρέλαιο είναι «το καλύτερο και το πιο γλυκό» και καλούσε τους Ευρωπαίους να στείλουν τα πλοία τους και να γεμίσουν τα καζάνια με αμερικανικό πετρέλαιο, λόγω του ιρανικού εμπάργκο στα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, η αγορά ενέργειας στέλνει συχνά πιο καθαρά μηνύματα από οποιαδήποτε πολιτική δήλωση. Και αυτή τη φορά, το σήμα είναι σαφές. Ο πόλεμος στο Ιράν βγάζει νικητές, αλλά όχι εκεί που θα περίμενε η Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι μεγάλες ευρωπαϊκές πετρελαϊκές εταιρείες εκμεταλλεύονται την αστάθεια που προκάλεσε η σύγκρουση και καταγράφουν εντυπωσιακά κέρδη από τις εμπορικές τους δραστηριότητες, την ώρα που οι αμερικανικοί κολοσσοί πιέζονται.

Τα trading desks των BP, Shell και TotalEnergies εκτιμάται ότι απέφεραν συνολικά τουλάχιστον 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια στο πρώτο τρίμηνο, σε ένα περιβάλλον ακραίας μεταβλητότητας που προκλήθηκε από τη σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο. Αντίθετα, οι Exxon Mobil και Chevron εμφανίζονται πολύ πιο εκτεθειμένες στις παρενέργειες της κρίσης.

Οι αριθμοί που λένε την αλήθεια

Το γράφημα της περιόδου μετά την έναρξη του πολέμου αποτυπώνει με ωμό τρόπο την απόκλιση μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ:

BP: περίπου +18% έως +27% από την έναρξη του πολέμου

TotalEnergies: περίπου +14% έως +20%

Shell: περίπου +9% έως +16%

Αντίθετα:

Chevron: από άνοδο περίπου 13% κατρακυλά σε αρνητικό έδαφος (περίπου -1%)
Exxon Mobil: από περίπου 12% σε περίπου -2%

Η εικόνα είναι ξεκάθαρη και δεν επιδέχεται αμφισβήτησης… Οι ευρωπαϊκές μετοχές ανεβαίνουν όσο διαρκεί η κρίση, την ώρα που οι αμερικανικές… ξεφουσκώνουν.

Γιατί κερδίζουν οι Ευρωπαίοι

Οι ευρωπαϊκοί ενεργειακοί όμιλοι έχουν επενδύσει για δεκαετίες σε τεράστιες εμπορικές πλατφόρμες. Δεν περιορίζονται στην παραγωγή, αλλά λειτουργούν ως παγκόσμιοι έμποροι, εκμεταλλευόμενοι διαφορές τιμών και χρονισμού. Η BP διακινεί περίπου 10 φορές την ίδια της την παραγωγή, η Shell εμπορεύεται περίπου 12 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ενώ η TotalEnergies διαχειρίζεται περίπου 8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως φυσικού πετρελαίου, μαζί με τεράστιους όγκους παραγώγων. Η ίδια η BP μίλησε για «εξαιρετική» επίδοση στο trading, χαρακτηρισμό π0ου είχε να χρησιμοποιήσει από την ενεργειακή κρίση του 2023. Με απλά λόγια, η αστάθεια που προκαλεί ο πόλεμος μετατρέπεται σε κέρδος. Αντίθετα, οι αμερικανικές εταιρείες λειτουργούν πιο συντηρητικά. Το trading χρησιμοποιείται κυρίως για την εξομάλυνση των εσωτερικών ροών κι όχι για την εκμετάλλευση των ακραίων διακυμάνσεων. Αυτό που σε κανονικές συνθήκες θεωρείται πλεονέκτημα, σταθερότητα και η προβλεψιμότητα, σε περιόδους κρίσης γίνεται μειονέκτημα.

Το κόστος για την αμερικανική πλευρά

Οι ίδιες οι εταιρείες προειδοποιούν για σημαντικές πιέσεις, με την Exxon Mobil να εκτιμά πλήγμα έως 5,3 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η Chevron αποτιμά τις επιπτώσεις 2,7 έως 3,7 δισεκατομμύρια δολάρια. Οι απώλειες αυτές συνδέονται με τις διαταραχές στις παραδόσεις φορτίων, τα προβλήματα χρονισμού σε παράγωγα και τη συνεχιζόμενη αστάθεια στη ναυσιπλοΐα μέσω του Περσικού Κόλπου και των Στενών του Ορμούζ. Μένει να αποδειχθεί μέσα στον Μάιο αν θα εξομαλυνθεί η αγορά μετά τη σημερινή απόφαση για το πλήρες άνοιγμα των Στενών κατόπιν της συμφωνίας του Ιράν με τις ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή, η κρίση έχει οδηγήσει ακόμη και σε απώλειες παραγωγής, με την TotalEnergies να αναφέρει ότι περίπου το 15% της παραγωγής της επηρεάστηκε, αλλά παρ’ όλα αυτά αντισταθμίστηκε από τα κέρδη στο trading.

Η σύγκρουση, που ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου και συνοδεύτηκε από επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές και προκάλεσε «κραχ» στη ναυτιλία, έχει δημιουργήσει μία από τις μεγαλύτερες αναταράξεις στην ιστορία της αγοράς πετρελαίου. Αλλά όπως δείχνουν τα δεδομένα, αυτή η αναταραχή δεν μοιράζεται ισότιμα. Οι ευρωπαϊκοί όμιλοι μετατρέπουν την κρίση σε κέρδος. Οι αμερικανικοί προσπαθούν να περιορίσουν τις απώλειες.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πρόσφατη δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν «το πιο γλυκό πετρέλαιο» και ότι η διεθνής αγορά θα πρέπει να στραφεί προς την Αμερική αποκτά διαφορετική βαρύτητα.

Γιατί η πραγματικότητα της αγοράς δείχνει ότι η κρίση δεν ενίσχυσε την αμερικανική ενεργειακή κυριαρχία, δεν μετέφερε το εμπορικό πλεονέκτημα στις ΗΠΑ κι εν κατακλείδι ευνόησε ανταγωνιστές που ήταν καλύτερα προετοιμασμένοι για να ανταπεξέλθουν στην αστάθεια. Δεν είναι απλώς θέμα εταιρικής στρατηγικής. Είναι κι αποτέλεσμα ενός γεωπολιτικού ρίσκου που, στην πράξη, λειτούργησε υπέρ των άλλων και δη των Ευρωπαίων.

Την ώρα που το χρηματιστήριου του πετρελαίου διαμορφώνεται και καθορίζεται από τις κρίσεις, νικητής δεν βγαίνει αυτός που παράγει περισσότερο, αλλά αυτός που είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί την αστάθεια. Και στον πόλεμο του Ιράν, η αγορά έχει «διαλέξει ήδη πλευρά» με τους Ευρωπαίους να κερδίζουν και τους Αμερικανούς να τρέχουν να καλύψουν το κενό.

Τελευταίες Ειδήσεις