
Η ψευδαίσθηση της αλλαγής: Γιατί οι ανασχηματισμοί δεν αλλάζουν τίποτα
Κάθε ανασχηματισμός παρουσιάζεται ως restart. Μια ευκαιρία για διόρθωση πορείας, για επανεκκίνηση, για ένα νέο σχήμα, που θα κληθεί να απαντήσει στα προβλήματα του προηγούμενου και να διορθώσει τα κακώς κείμενα. Στην ουσία όμως, φαντάζει περισσότερο ως μια παύση για ανάσα. Ένα μικρό διάλειμμα στη φθορά, αλλά σπανίως μια ουσιαστική αλλαγή. Οι τελευταίες κινήσεις επιβεβαιώνουν ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται εδώ και χρόνια. Τα πρόσωπα αλλάζουν, αλλά το αφήγημα παραμένει ασαφές. Δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρο τι ακριβώς επιχειρεί να διορθώσει ένας ανασχηματισμός. Άλλοτε μπορεί να είναι θέμα πολιτικής κατεύθυνσης, άλλοτε διαχείρισης κρίσεων. Κάποιες άλλες φορές, έρχεται να φτιάξει τις εσωτερικές ισορροπίες, ενώ συχνά επιχειρείται σαν προπέτασμα καπνού για να μετατοπιστεί αλλού η συζήτηση. Συμπερασματικά μπορεί να πει κανείς ότι είναι λίγο απ’ όλα και ταυτόχρονα τίποτα συγκεκριμένο.
Ο ανασχηματισμός, ως εργαλείο, είχε κάποτε σαφή στόχο. Να σηματοδοτήσει αλλαγή πολιτικής ή προτεραιοτήτων. Να δώσει το στίγμα μιας κυβέρνησης που αναπροσαρμόζεται. Σήμερα, λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός διαχείρισης της εικόνας. Όταν η πίεση αυξάνεται από κρίσεις, από σκάνδαλα, από τη συσσωρευμένη φθορά, η αλλαγή προσώπων δημιουργεί την αίσθηση κίνησης. Ακόμη κι αν η κατεύθυνση παραμένει ίδια.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι παραιτήσεις και οι αντικαταστάσεις ενσωματώνονται στον ίδιο κύκλο. Δεν αποτελούν απαραίτητα τομή, αλλά μέρος μιας διαδικασίας απορρόφησης κραδασμών. Όπως η κοινωνία που αποδέχεται την κατάσταση ως έχει, έτσι και το πολιτικό σύστημα δείχνει να προσαρμόζεται γρήγορα, όχι αλλάζοντας ουσιαστικά, αλλά αναδιατάσσοντας τα πρόσωπα που το εκπροσωπούν. Η βασική μετατόπιση του ανασχηματισμού με τη σημερινή του μορφή, είναι ότι πολιτική σταθερότητα δεν εξαρτάται τόσο από τη συνοχή της πολιτικής, όσο από τη διαχείριση της φθοράς της. Ως εκ τούτου, οι επιλογές των προσώπων αποκτούν διπλό ρόλο. Από τη μία καλούνται να συνεχίσουν την ροή των πραγμάτων αναλαμβάνοντας να τρέξουν το χαρτοφυλάκιό τους, κι από την άλλη λειτουργούν επικοινωνιακά, σηματοδοτώντας την ανανέωση, τη διατήρηση των ισορροπιών, αλλά και να βρουν ευήκοα ώτα στα ακροατήρια. Το αποτέλεσμα είναι ένας συνδυασμός τεχνοκρατίας και συμβολισμού, που όμως σπάνια μεταφράζεται σε σαφή πολιτική κατεύθυνση.
Ο ανασχηματισμός ως εργαλείο διαχείρισης της φθοράς
Την ίδια στιγμή, η δημόσια συζήτηση γύρω από έναν ανασχηματισμό εξαντλείται γρήγορα στα πρόσωπα. Ποιος μπήκε, ποιος έφυγε, ποιος αναβαθμίστηκε, ποιος κόπηκε. Και η συζήτηση αλλάζει ως δια… μαγείας ρότα. Ποιο πρόβλημα λύνει ο ανασχηματισμός; Τι αλλάζει στην πράξη, ποιες πολιτικές μετακινούνται; Συνήθως η απάντηση είναι, «όχι και πολλά…». Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι οι ανασχηματισμοί είναι άχρηστοι. Δεν σημαίνει ότι η κοινωνία πρέπει να χάνει την εμπιστοσύνη της στους θεσμούς και τις κυβερνήσεις. Σημαίνει ότι έχουν αλλάξει λειτουργία. Από εργαλείο πολιτικής κατεύθυνσης, έχουν γίνει εργαλείο πολιτικού timing. Δεν στοχεύουν τόσο στο να αλλάξουν την πορεία, όσο στο να διαχειριστούν τη στιγμή.
Σε περιβάλλοντα συνεχούς πίεσης, που είναι πολυπαραγοντική -οικονομική, κοινωνική, επικοινωνιακή- η ανάγκη για αντίστοιχες παρεμβάσεις είναι σχεδόν αναμενόμενη. Το ερώτημα, όμως, παραμένει και δεν είναι άλλο από το πόσο μπορεί να διατηρηθεί μια εικόνα αλλαγής χωρίς να επέλθει κάποια ουσιαστική αλλαγή. Γιατί αν οι μετασχηματισμοί επαναλαμβάνονται μ’ αυτή τη λογική, τόσο θα ενισχύεται η αίσθηση ότι πρόκειται για μια κίνηση ανακύκλωσης, κι όχι ουσιαστικής ανανέωσης. Τότε ακριβώς, το ίδιο το «εργαλείο» χάνει τη δυναμική του, καθώς παύει να λειτουργεί ως επανεκκίνηση, αλλά ως υπενθύμιση ότι επανεκκίνηση δεν έχει έρθει. Εν τέλει, οι ανασχηματισμοί δεν κρίνονται από το πόσα πρόσωπα αλλάζουν, αλλά από το αν αλλάζουν κάτι πέρα από αυτά. Και η πραγματικότητα απέχει πολύ από την προσδοκία.
Όταν η επικαιρότητα καθορίζει το timing της αλλαγής
Η σημερινή αφορμή ανασχηματισμού ήταν η εμπλοκή ονομάτων κάποιων υπουργών και υφυπουργών στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, που ταλανίζει εδώ και μήνες την κυβέρνηση κι όχι μόνο. Απασχολεί ολόκληρη την κοινωνία κι ακόμα δεν έχουν φωτιστεί όλες οι πτυχές της υπόθεσης και δεν έχει αποδειχθεί εν τω συνόλω πόσο σαθρό ήταν το οικοδόμημα που είχε χτιστεί. Μένει να αποδειχθεί αν κι αυτή τη φορά, ο ανασχηματισμός θα καταφέρει να μετατοπίσει αλλού τη συζήτηση και θα βάλει το πρόβλημα κάτω από το χαλί, ή αν θα αποτελέσει ουσιαστική τομή στο σύστημα, και δεν θα μείνει μόνο στην αλλαγή των προσώπων.
Η κυβέρνηση διατείνεται ότι σε ό,τι αφορά στην ευθύνη περί υπουργών, έχει αλλάξει το σύστημα στη Συνταγματική Αναθεώρηση και το έχει κάνει πιο «διαφανές». Πράγματι, οι αριθμοί δείχνουν ότι με την αναθεώρηση του άρθρου 62, ενώ την περίοδο 2015-2019 οι άρσεις ασυλίας ήταν μόλις 32 επί 61 αιτημάτων, η σχέση αυτή την περίοδο 2019-2025 ανεστράφη και έγιναν δεκτά 97 αιτήματα άρσης ασυλίας βουλευτών, από όλα τα κόμματα ενώ απορρίφθηκαν μόνο 35. Μένει να αποδειχθεί αν υπάρχει και η πολιτική βούληση για ουσιαστική αλλαγή του σκηνικού ή αν κι αυτός ο ανασχηματισμός παραμείνει ως αλλαγή προσώπων κι όχι νοοτροπιών.
Τελευταίες Ειδήσεις
- Ριψοκίνδυνη απόφαση της Μαρίας Καρυστιανού…
- Αιφνιδιασμός Σαμαρά με 10%
- Τσίπρας, Καρυστιανού ή Ανδρουλάκης; Ποιον βλέπουν οι δημοσκόποι φαβορί για τη δεύτερη θέση