
Η απόφαση-βόμβα που δείχνει ευθύνη του Δημοσίου για το δυστύχημα
Τα Τέμπη επιστρέφουν με εκκωφαντικό τρόπο στο επίκεντρο, μετά τη γνωστοποίηση της υπ’ αριθμ. Α2847/2026 απόφασης του 25ου Τμήματος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάστηκε αποζημίωση 420.000 ευρώ, συν τους νόμιμους τόκους, σε συγγενείς θύματος του σιδηροδρομικού δυστυχήματος της 28ης Φεβρουαρίου 2023. Η απόφαση αφορά την ψυχική οδύνη που υπέστησαν οι συγγενείς από τον θάνατο του παιδιού τους, αδελφού και εγγονού και αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα όχι μόνο λόγω του ποσού, αλλά κυρίως λόγω του σκεπτικού της. Το δικαστήριο έκρινε ότι το Ελληνικό Δημόσιο φέρει αστική ευθύνη, καθώς δια του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών άσκησε πλημμελώς την εποπτική του αρμοδιότητα σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας και συνέβαλε αιτιωδώς στο ζημιογόνο αποτέλεσμα. Με άλλα λόγια, η δικαστική κρίση δεν στέκεται μόνο στο ανθρώπινο δράμα και στη χρηματική ικανοποίηση των συγγενών, αλλά διατυπώνει σαφή θέση ότι η τραγωδία δεν προέκυψε απλώς από μεμονωμένο ανθρώπινο λάθος, αλλά σε ένα περιβάλλον θεσμικής ανεπάρκειας, τεχνολογικών ελλείψεων και κρατικής αδράνειας που επί μακρόν άφηνε εκτεθειμένη την ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών.
Τέμπη και συστήματα ασφαλείας: Τι διαπίστωσε το δικαστήριο
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο, με πρόεδρο τον πρόεδρο Πρωτοδικών Χρήστο Μουσούρο και εισηγήτρια την Πρωτοδίκη Δήμητρα Ντισλίδου, από την εκτίμηση της δικογραφίας και του αποδεικτικού υλικού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος οι σιδηροδρομικές υποδομές δεν υποστηρίζονταν από κρίσιμα τεχνολογικά συστήματα ασφαλείας. Ειδικότερα, το δικαστήριο αναφέρει ότι δεν λειτουργούσαν η φωτεινή πλευρική σηματοδότηση, η οποία ήδη από το 2019 ήταν εκτός λειτουργίας στο τμήμα Λάρισα – Νέοι Πόροι, το σύστημα τηλεδιοίκησης και ελέγχου κυκλοφορίας, που θα απέτρεπε την αυτόματη χάραξη ασύμβατων δρομολογίων, καθώς και το σύστημα επιβολής αυτόματης πέδησης, μεταξύ αυτών το ETCS. Το σκεπτικό είναι αποκαλυπτικό, καθώς περιγράφει πώς, εφόσον λειτουργούσαν τα συστήματα αυτά, θα μπορούσε να έχει αποτραπεί η μοιραία πορεία σύγκρουσης. Παράλληλα, το δικαστήριο στάθηκε και στη μη πλήρη λειτουργία του GSM-R, του συστήματος συνεχούς ραδιοεπικοινωνίας, σημειώνοντας ότι αν λειτουργούσε πλήρως, ο μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας IC 62 θα είχε τη δυνατότητα, μόλις αντιληφθεί ότι κινείται στη γραμμή καθόδου, να επικοινωνήσει με τον μηχανοδηγό του αντίθετα κινούμενου εμπορικού συρμού 63503, ώστε να αντιληφθούν και οι δύο ότι βρίσκονται σε συγκρουσιακή πορεία. Η απόφαση δηλαδή συνθέτει ένα πλέγμα ελλείψεων, τεχνικών κενών και δυσλειτουργιών, οι οποίες δεν αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσες ατέλειες, αλλά ως κρίσιμοι παράγοντες που μπορούσαν να αποτρέψουν την τραγωδία.
Τέμπη: Οι ευθύνες που αποδίδονται στο υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών
Το πιο βαρύ ίσως στοιχείο της απόφασης είναι η ρητή κρίση για το Ελληνικό Δημόσιο και ειδικότερα για το υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών. Το δικαστήριο υπογραμμίζει ότι «το Ελληνικό Δημόσιο δια του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών άσκησε πλημμελώς την κατά τα ανωτέρω εποπτική του αρμοδιότητα σε θέματα σιδηροδρομικής ασφάλειας και συνέβαλε αιτιωδώς δια της παράνομης αυτής παράλειψης στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ τούτο μπορούσε να αποτραπεί». Σε άλλο σημείο, η απόφαση επισημαίνει ότι τα ευρήματα ελέγχου παρακολούθησης της Εθνικής Αρχής Ασφάλειας του 2019 από τον ERA σχετικά με την έλλειψη επαρκούς εποπτείας από τη ΡΑΣ είχαν αποσταλεί στο υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, το οποίο όμως παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ακόμη σοβαρότερη είναι η διαπίστωση ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ανεξαρτήτως της ειδικότερης πληροφόρησής του από τους σιδηροδρομικούς φορείς, όφειλε έτσι κι αλλιώς να γνωρίζει ότι δεν υπήρχαν λειτουργικά συστήματα ασφαλείας στον σιδηρόδρομο. Το δικαστήριο σημειώνει ότι η υποχρέωση αυτή εντεινόταν από το γεγονός ότι τόσο η μη λειτουργία των συστημάτων όσο και η ανεπαρκής εποπτεία της ΡΑΣ εκδηλώνονταν επί μακρόν, διακυβεύοντας τα απολύτως προστατευόμενα έννομα αγαθά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας εργαζομένων και επιβατών.
Η αποζημίωση, η απόρριψη κατά της ΟΣΕ και το μήνυμα της απόφασης
Με βάση όλα τα παραπάνω, το δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείται αξίωση των εναγόντων προς αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο, κατ’ ευθεία εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και του 932 ΑΚ. Έτσι, επιδίκασε 420.000 ευρώ, εντόκως από την ημέρα κατάθεσης της αγωγής έως την εξόφληση. Αντίθετα, έκρινε ότι «η αγωγή πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ΟΣΕ Α.Ε. και να γίνει εν μέρει δεκτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου». Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και το σημείο στο οποίο η απόφαση αναφέρει ότι μετά το δυστύχημα το υπουργείο Μεταφορών και Υποδομών ξεκίνησε εκτεταμένη εκστρατεία αναβάθμισης, ανανέωσης και σε ορισμένες περιπτώσεις επέκτασης της υπάρχουσας σιδηροδρομικής υποδομής, συμπεριλαμβανομένης της προσαρμογής του συστήματος σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης, καθώς και της εγκατάστασης του ETCS.
Τελευταίες Ειδήσεις
- Τα Μερομήνια προβλέπουν «σκληρό» καλοκαίρι: Ποιος θα είναι ο πιο δύσκολος μήνας
- Τεκτονικές αλλαγές σε νέα δημοσκόπηση: Τα 2 κόμματα που εξαφάνισε ο Τσίπρας με το καλημέρα
- Το πρώτο… καλλιτεχνικό μπαμ του Τσίπρα: Ο ηθοποιός που κλείνει στο νέο κόμμα