
Δεν φωνάζουν, δεν διεκδικούν, δεν συγκρούονται. Μια ολόκληρη γενιά αποσύρεται σιωπηλά από ένα σύστημα στο οποίο δεν πιστεύει πια
Μέσα σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον παγκοσμίως, μια νέα γενιά προσπαθεί να βρει ταυτότητα και να αντιμετωπίσει τα αδυσώπητα χτυπήματα της σκληρής καθημερινότητας. Βία, κοινωνικός αποκλεισμός, οικονομική δυσχέρεια, και μια γενικότερη κατάσταση που δεν δείχνει ένα ευοίωνο μέλλον. Αυτό το μέλλον προσπαθούν να διαμορφώσουν μόνοι τους οι νέοι, ωστόσο, πέφτουν σε σκοπέλους. Τις τελευταίες εβδομάδες, σε αφιερώματα εφημερίδων αλλά και σε κείμενα που γράφονται από τους ίδιους τους μαθητές και φοιτητές, επαναλαμβάνεται ένα μοτίβο που δεν είναι εύκολο να αγνοηθεί. Δεν κυριαρχεί η οργή, αλλά η απουσία προσδοκίας κι αυτό είναι ίσως το χειρότερο. Δεν υπάρχει η αίσθηση ότι «θα αλλάξουμε τον κόσμο», αλλά υπάρχει περισσότερο μια σιωπηλή αποδοχή ότι τα πράγματα είναι όπως είναι και θα παραμείνουν έτσι για καιρό…
Για χρόνια, η δημόσια συζήτηση για τους νέους περιστρεφόταν γύρω από τον θυμό. Οι βαρύγδουποι τίτλοι που τους ακολουθούν κατά καιρούς τα τελευταία χρόνια, είναι αυτοί της «γενιάς της κρίσης», της «χαμένης γενιάς», της «γενιάς των 700 ευρώ»… Στη νεολαία υπήρχε πάντοτε ένα συναίσθημα που μπορούσε να περιγραφεί, άρα και να πολιτικοποιηθεί και να αποτελέσει προπομπό εξελίξεων και αλλαγών. Σήμερα αυτό μοιάζει να έχει αλλάξει. Οι νεότεροι δεν βγάζουν αντίδραση, όχι γιατί η ζωή έχει καλυτερεύσει, αλλά γιατί όπως φαίνεται δεν πιστεύουν ότι μπορούν να αλλάξουν τον ρου της ιστορίας.
Και τα δεδομένα, όσο ψυχρά κι αν είναι, δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Σύμφωνα με διεθνείς έρευνες για τη Gen Z, περίπου 1 στους 2 νέους δηλώνει ότι δεν αισθάνεται οικονομικά ασφαλής, ενώ μεγάλα ποσοστά αναφέρουν ότι ζουν ουσιαστικά από μισθό σε μισθό, χωρίς δυνατότητα σχεδιασμού της ζωής τους. Στην Ελλάδα η εικόνα είναι ακόμη πιο πιεστική. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Deloitte περίπου 7 στους 10 νέους δηλώνουν ότι το εισόδημά τους δεν καλύπτει βασικές ανάγκες, ενώ μόλις 2 στους 10 μπορούν να ζήσουν αυτόνομα, χωρίς στήριξη από την οικογένειά τους. Δεν είναι τυχαίο ότι πάνω από το 40% δηλώνει ότι βιώνει άγχος σε καθημερινή βάση κι όχι ως αντίδραση σε κάτι έκτακτο, αλλά ως μόνιμη συνθήκη. Αυτό, ωστόσο, δεν μεταφράζεται σε μεγαλύτερη σύγκρουση με το σύστημα, αλλά τους απομακρύνει ακόμα περισσότερο από αυτό.
Η Ελλάδα φαίνεται να έχει χάσει την ώθηση που είχε στις προηγούμενες γενιές. Όχι από αδιαφορία, αλλά από αποσύνδεση από τα κοινά. Οι νεότεροι δεν περιμένουν να αλλάξει κάτι. Ακόμα πιο βαθιά, δεν πιστεύουν ότι υπάρχει ένα σύστημα που απλώς λειτουργεί άσχημα και μπορεί να διορθωθεί, αλλά αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα που βιώνουν σαν κάτι δεδομένο, κάτι παγιωμέν, όπως ο καιρός. Δεν έχει κανένα νόημα να «τσακωθείς» με τη βροχή, γιατί βροχή είναι και πέφτει.
Υπό το ίδιο πρίσμα, αντιμετωπίζουν και την πολιτική, που δεν τους προκαλεί το παραμικρό συναίσθημα, ούτε τους κεντρίζει το ενδιαφέρον. Με την ίδια ελαφρότητα ή ακόμα κι απάθεια αντιμετωπίζεται η οικονομία, που δεν τους τρομάζει, γιατί έχουν αποδεχθεί ότι «έτσι έχει η κατάσταση». Το ίδιο ισχύει και για τους θεσμούς , που δεν τους απογοητεύουν γιατί ουσιαστικά δεν έμαθαν ποτέ να τους εμπιστεύονται. Αυτό που για τους μεγαλύτερους μοιάζει με κρίση, για τους νεότερους είναι απλώς η κανονικότητα μέσα στην οποία μεγάλωσαν.
Χωρίς προσδοκίες, χωρίς βεβαιότητες, χωρίς αφήγημα
Κάθε γενιά μάθαινε να ζει με μια ιστορία. Ότι θα ζήσει καλύτερα από τους γονείς της, ότι η εκπαίδευση θα της ανοίξει δρόμους, ότι η εργασία θα τους φτιάξει τη ζωή. Αυτές οι αφηγήσεις δεν έχουν απλώς κλονιστεί στερούνται περιεχομένου . Οι νέοι συνεχίζουν να σπουδάζουν, να δουλεύουν, να προσπαθούν, αλλά χωρίς την πεποίθηση ότι αυτή η διαδρομή θα τους βγάλει σε μια «Ιθάκη». Κι όταν δεν υπάρχει αφήγημα, δεν υπάρχει και απογοήτευση. Γιατί, για να κλονιστεί η πίστη κάποιου, θα πρέπει προηγουμένως να έχει πιστέψει.
Αυτό που αντικαθιστά την προσδοκία είναι μια διαφορετική μορφή προσαρμογής. Οι νεότεροι δεν σχεδιάζουν μακροπρόθεσμα, δεν επενδύουν συναισθηματικά σε σταθερότητες, δεν θεωρούν τίποτα δεδομένο. Ωστόσο, είναι πιο ευέλικτοι, πιο έτοιμοι να τα αφήσουν όλα πίσω τους και πιο ευέλικτοι με την αστάθεια. Δεν περιμένουν να «χτίσουν» κάτι σταθερό, απλώς μαθαίνουν να κινούνται μέσα σε ένα περιβάλλον που αλλάζει διαρκώς σαν άλλοι χαμαιλέοντες. Ακόμη και στον εργασιακό τομέα, η αλλαγή είναι εμφανής. Όλο και περισσότεροι νέοι δηλώνουν ότι έχουν παρατήσει δουλειές επειδή δεν είχε νόημα ή δεν ταίριαζε με τις αξίες τους, κάτι που δείχνει μια διαφορετική σχέση με την εργασία, λιγότερο συνδεδεμένη με την έννοια της καριέρας και περισσότερο με την ανάγκη για ισορροπία.
Αυτό που βιώνει η νεολαία δεν είναι μια εξέγερση, αλλά κάτι πιο βαθύ. Μια γενιά που δεν περιμένει να αλλάξει τίποτα, δεν πιέζει για να αλλάξει κάτι, αποφεύγει να διεκδικήσει και να συγκρουστεί με τους ίδιους όρους. Απλώς αποστασιοποιείται κι αποσυνδέεται. Και αυτό είναι ίσως πιο δύσκολο να διαχειριστεί από οποιαδήποτε κοινωνική έκρηξη. Γιατί μια κοινωνία, όπως είναι δομημένη, μπορεί να αντιδράσει όταν έχει να αντιμετωπίσει μια αντίδραση. Μπορεί να την μετατρέψει σε πολιτική, σε αλλαγή, σε αντίδραση. Δεν μπορεί ωστόσο να διαχειριστεί την αδιαφορία γιατί δεν έχει αναπτύξει τέτοια αντανακλαστικά. Το πραγματικό ερώτημα, τελικά, δεν είναι τι θα κάνουν οι νέοι και οι αμέσως επόμενοι από αυτούς. Είναι τι θα κάνει μια κοινωνία, στην οποία ένα ολόκληρο κομμάτι της δεν πιστεύει ότι αξίζει να περιμένει κάτι από αυτήν. Κι όταν χάνεται η προσδοκία δεν χάνεται μόνο το μέλλον, χάνεται κι ο λόγος για να την «γεννήσεις».
Τελευταίες Ειδήσεις
- «Για να το συνδέσω με την Ιθάκη»: Το επικό σκίτσο του Πετρουλάκη για το νέο κόμμα Τσίπρα, για το οποίο μιλούν όλοι σήμερα
- Τα Μερομήνια προβλέπουν «σκληρό» καλοκαίρι: Ποιος θα είναι ο πιο δύσκολος μήνας
- Τεκτονικές αλλαγές σε νέα δημοσκόπηση: Τα 2 κόμματα που εξαφάνισε ο Τσίπρας με το καλημέρα
- #Νέοι