25η Μαρτίου – Η Ελληνική Επανάσταση του 1821: Όσα γνωρίζαμε, όσα μάθαμε, κι όσα ακόμη κρύβουμε

25η Μαρτίου: Η μισή αργία του 2026 – Τι ισχύει για σχολεία, δημόσιο και καταστήματα

Ελληνική Επανάσταση του 1821: Ανάμεσα στον μύθο και την ιστορία

Το πιο «ιερό» κομμάτι του εθνικού μας αφηγήματος, είναι αδιαμφισβήτητα η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Αναρίθμητα μνημεία, παρελάσεις με πανστρατιές μαθητών, στρατιωτών κι επιδείξεις του στρατιωτικού εξοπλισμού της χώρας, σχολικές γιορτές, λόγοι πολιτικών. Όλα επαναλαμβάνουν μια ιστορία που μοιάζει ακλόνητη κι αδιαμφισβήτητη. Ωστόσο, η σύγχρονη έρευνα – από τον Βασίλη Κρεμμυδά και τον Πέτρο Πιζάνια, μέχρι τον Mark Mazower, τον Roderick Beaton, τον Κώστα Κωστή και τον Μελέτη Μελετόπουλο – δίνει και μια άλλη οπτική, πέραν της «επίσημης εκδοχής», ότι ο μύθος του 1821 είναι προϊόν επιλογών, αποσιωπήσεων, αλλά και ωμών πολλές φορές παρεξηγήσεων. Το 1821 δεν είναι μια αμιγώς ελληνική υπόθεση. Είναι ένα ευρωπαϊκό γεγονός, μια σύγκρουση ανάμεσα σε αυτοκρατορικά μορφώματα και ανερχόμενα έθνη–κράτη, αλλά και μια ιστορία γεμάτη σφαγές, εμφυλίους, δάνεια, προστάτιδες δυνάμεις και πολιτικά παζάρια.

Η «έναρξη της επανάστασης»: Μύθοι, ημερομηνίες και πολιτική χρήση

Η θεατρική εικόνα, που είναι ό,τι πρέπει για πίνακες, καρτ ποστάλ και ταινίες του κινηματογράφου λέει ότι η επανάσταση άρχισε στις 25 Μαρτίου 1821, στην Αγία Λαύρα, με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό να σηκώνει το λάβαρο της επανάστασης. Ωστόσο, υπάρχει ένα μικρό… πρόβλημα. Ποιο είναι αυτό; Οι ιστορικές πηγές δεν το επιβεβαιώνουν. Ο ιστορικός κι ακαδημαϊκός Βασίλης Κρεμμυδάς, μελετώντας αρχειακό υλικό και κριτική ανάγνωση των πηγών, επιμένει ότι αυτό το σχήμα είναι μεταγενέστερη κατασκευή, που υπηρετεί κυρίως τη σύνδεση της επανάστασης με την Ορθοδοξία και το εορτολόγιο της 25ης Μαρτίου (σ.σ.: Ευαγγελισμός της Θεοτόκου).

Στην πραγματικότητα, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κηρύσσει την επανάσταση στη Μολδαβία και Βλαχία ήδη από τον Φεβρουάριο, ενώ στην ανεξάρτητη Μάνη, οι τοπικοί παράγοντες βρίσκονται σε πολεμική ετοιμότητα τουλάχιστον από τις 17 Μαρτίου. Η επιλογή της 25ης Μαρτίου, όπως τονίζει ο καθηγητής καθώς και ξένοι μελετητές, ανήκει περισσότερο στην ιστορία της εθνικής εορτής, παρά στην ιστορία των ίδιων των γεγονότων. Πρόκειται για μια απόφαση που προσφέρει συνοχή, αλλά συσκοτίζει την πραγματική πολυκεντρική και χαοτική φύση της εκκίνησης του αγώνα. Την ίδια στιγμή, οι σχολικές αφηγήσεις παρουσιάζουν το 1821 ως μια ομοιογενή «εθνική έκρηξη». Σύσσωμο το έθνος, από τον κλήρο μέχρι τον τελευταίο χωρικό, σηκώνεται ενιαία ενάντια στον Τούρκο δυνάστη. Η εικόνα αυτή, είναι βολική για το φαντασιακό, δεν αντέχει όμως σε σοβαρή ιστορική εξέταση.

Ο Πέτρος Πιζάνιας αποκρυπτογραφεί την επανάσταση ως προϊόν βαθιών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών μετασχηματισμών εντός της οθωμανικής τάξης πραγμάτων. Δεν επαναστατούν απλώς «οι Έλληνες» ως ένα ενιαίο σώμα, αλλά, έμποροι και ναυτικοί που έχουν ήδη ενταχθεί στις μεσογειακές αγορές, Φαναριώτες και διαφωτιστές, που έχουν πολιτική και ιδεολογική επαφή με την Ευρώπη, τοπικές ελίτ (σ.σ.: κοτζαμπάσηδες), που προσπαθούν να διασώσουν ή να διευρύνουν την εξουσία τους. Από την πλευρά του, ο συγγραφές και καθηγητής Πανεπιστημίου, Κώστας Κωστής, σε πιο μακροχρόνια οπτική, δείχνει ότι το νέο κράτος που γεννιέται από την επανάσταση θα γίνει «κακομαθημένο παιδί» της Ιστορίας ακριβώς επειδή αναπτύσσεται σε μια μόνιμη διαπλοκή με τις Μεγάλες Δυνάμεις και σε συνεχείς εσωτερικές πελατειακές συγκρούσεις. Υπ’ αυτό το πρίσμα, το 1821, δεν αποτελεί το σημείο-μηδέν, αλλά την αφετηρία μιας δημοσίας ζωής με εγγενή δομικά ελλείμματα. Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι η επανάσταση δεν ήταν μια ενιαία, απόλυτη λαϊκή ομοφωνία, αλλά ένα πολύπλοκο πεδίο διαπραγμάτευσης συμφερόντων και ταυτοτήτων. Το ψέμα ή έστω η απλούστευση είναι ότι την παρουσιάζουμε ως ένα πανεθνικό αρραγές μέτωπο κατά των Οθωμανών το οποίο διέπεται από ομοψυχία, κάτι που είναι εντελώς αναληθές.

«Άγιοι» και «θύματα»: Η βία που σβήσαμε από την (εθνική) μνήμη

Η εθνική μας παιδεία έχει ακόμα μία σταθερά. «Οι Έλληνες υπέφεραν, οι Τούρκοι έσφαζαν». Η βία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είναι δεδομένη κι αδιαμφισβήτητη. Απίστευτες κτηνωδίες σε Χίο, Κωνσταντινούπολη, σφαγές αμάχων με γενοκτονικό υπόβαθρο. Αυτό που συνήθως μένει εκτός κάδρου είναι η βία των Ελλήνων κατά μουσουλμάνων και Εβραίων, και η προσπάθεια των νεότερων ιστορικών να την εντάξουν σε ένα ρεαλιστικότερο πλαίσιο. Η άλωση της Τριπολιτσάς για παράδειγμα, είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση της ελληνικής μανίας. Μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι όλο αυτό το «γέννησε» ο τουρκικός ζυγός, σε καμία περίπτωση ωστόσο, δεν αναιρεί την βαρβαρότητα. Η ιστοριογραφία, ιδίως όπως την ανασυγκροτούν ο Βρετανός ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ κι ο Κρεμμυδάς, συγκλίνει στην ίδια άποψη: Πρόκειται για μια μαζική σφαγή μουσουλμάνων και Εβραίων κατοίκων, με έντονο στοιχείο εκδίκησης και λεηλασίας. Στις οθωμανικές και τουρκικές πηγές – όπως καταγράφονται για παράδειγμα στη συλλογή «Those Infidel Greeks: The Greek War of Independence through Ottoman Archival Documents» – αυτό το επεισόδιο εμφανίζεται ως απόδειξη της «απιστίας» και της «βαρβαρότητας» των επαναστατών. Η ελληνική σχολική αφήγηση, αντίθετα, είτε το αποσιωπά, είτε το στρογγυλοποιεί σε ένα γενικό «εκδικητικό ξέσπασμα». Ωστόσο, αν η επανάσταση θέλει να σταθεί ως ώριμο αντικείμενο ιστορικής έρευνας, πρέπει να χωρέσει και τη «δική μας» βία και την ηθική της ασχήμια. Αυτό δεν ακυρώνει τον αγώνα, τον απομυθοποιεί, τον κάνει ανθρώπινο, άρα και πολιτικά περισσότερο χρήσιμο στο σήμερα.

Ναυαρίνο: Σωτηρία, ή τεχνητό ανάχωμα σε μια ανεξέλεγκτη επανάσταση;

Ελάχιστα σημεία-κλειδιά είναι τόσο φορτισμένα όσο η Ναυμαχία του Ναυαρίνου. Στην εθνική μνήμη έχει στηριχθεί ένας απλός μύθος. «Μας απελευθέρωσαν οι ξένοι». Η φράση χρησιμοποιείται και αυτοειρωνικά και καταγγελτικά, άλλοτε για να καταδειχθεί η δήθεν ανικανότητα των Ελλήνων να απελευθερωθούν με ίδιες δυνάμεις, άλλοτε για να υπογραμμιστεί η εξάρτησή μας από τους «προστάτες». Ο Μελέτης Μελετόπουλος διδάκτωρ σε ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια, σε δημόσιες παρεμβάσεις και αναλύσεις αποδομεί αυτό που θεωρεί «μύθο του Ναυαρίνου». Υποστηρίζει δε ότι, η επανάσταση είχε ήδη αντέξει έξι χρόνια σε συνθήκες συντριπτικής στρατιωτικής πίεσης, ότι ο ελληνικός στόλος και η ναυτική ισχύς των νησιών (Υδρα, Σπέτσες, Ψαρά) είχαν παίξει κρίσιμο ρόλο στην αδυναμία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να επιβάλει ολοκληρωτικό έλεγχο, καθώς και ότι η επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων δεν στόχευε στην «απελευθέρωση των Ελλήνων», αλλά στη σταθεροποίηση της Ανατολικής Μεσογείου και στον περιορισμό μιας επανάστασης που μπορούσε να πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Σε αυτό το σημείο, ο Μελετόπουλος φτάνει σε κάποια σημεία σε δικές του υπερβολές. Όταν σχεδόν αντιστρέφει πλήρως την εικόνα και παρουσιάζει το Ναυαρίνο ως πράξη που «μας σταμάτησε» περισσότερο παρά μας έσωσε, υποβαθμίζει το καθαρό στρατιωτικό γεγονός, που δεν είναι άλλο από την καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου, που ήταν πράγματι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση του εγχειρήματος. Ο Μαζάουερ και Μπίτον ισορροπούν περισσότερο, καθώς αναγνωρίζουν ότι χωρίς το Ναυαρίνο η επανάσταση πιθανότατα θα συντριβόταν, αλλά ταυτόχρονα καταδεικνύουν το γεγονός ότι το νέο κράτος σχεδιάστηκε εξαρχής από τις Δυνάμεις ως μικρό, ελέγξιμο προτεκτοράτο, με στενά σύνορα και μοναρχική κορυφή (σ.σ.: Βαυαροί). Η α0λήθεια κρύβεται κάπου στη μέση. Ούτε «μας απελευθέρωσαν» απλώς οι ξένοι, ούτε όμως «θα τα καταφέρναμε μόνοι μας» όπως συχνά υπονοούν οι εθνικιστικές αποστροφές του μύθου. Η επέμβαση ήταν ταυτόχρονα σωτήρια και περιοριστική, έσωσε τον αγώνα, αλλά όρισε και τα όρια του νέου κράτους.

Η Ευρώπη που κοιτά τον Μοριά: Από «άπιστους Έλληνες» σε υπόθεση αρχαιολατρίας

Η ελληνική αφήγηση συνηθίζει να παρουσιάζει τη Δύση ως φυσικό φιλέλλην σύμμαχο. Οι Ευρωπαίοι, μαγεμένοι από την αρχαιότητα, έσπευσαν δήθεν να σώσουν τους «απογόνους του Περικλή» από την ασιατική δεσποτεία. Η πραγματικότητα, όπως αναδεικνύουν οι Μαζάουερ και Μπίτον, είναι αρκετά πιο αντιφατική. Για τις αυλές της Ευρώπης, οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν αρχικά επικίνδυνοι επαναστάτες σε μια εποχή όπου κάθε κίνηση ανεξαρτησίας μπορούσε να θεωρηθεί απειλή για το ευρωπαϊκό status quo μετά τον Ναπολέοντα. Το φιλελληνικό ρεύμα γεννιέται κυρίως στους διανοούμενους, στους ρομαντικούς ποιητές, όπως ο Λόρδος Βύρωνας, στους φιλελεύθερους κύκλους κι όχι στα επίσημα διπλωματικά γραφεία. Ο Πιζάνιας επιμένει ότι η ελληνική υπόθεση έγινε «ευρωπαϊκή» μόνον όταν φάνηκε στον ορίζοντα ότι μπορούσε να ενταχθεί σε μια ελεγχόμενη αναδιάταξη της Ανατολικής Μεσογείου, κι όχι εξαρχής. Ο Μαζάουερ το πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα και λέει πως η ελληνική επανάσταση λειτούργησε ως δοκιμαστικός σωλήνας για τη νέα ιδέα του έθνους–κράτους στην Ευρώπη, αναγκάζοντας τις Μεγάλες Δυνάμεις να διαχειριστούν για πρώτη φορά ένα κίνημα που ζητούσε ρητά αναγνώριση εθνικής κυριαρχίας. Η Αλήθεια είναι πάντως ότι χωρίς φιλελληνισμό, κινητοποιήσεις, χρήμα και δημοσιότητα στην Ευρώπη, η επανάσταση δύσκολα θα έβρισκε διπλωματικό δεκανίκι. Ψέμα επίσης είναι η εικόνα μιας Ευρώπης που «πάντα μας αγαπούσε» στο όνομα της αρχαιότητας. Η Ευρώπη προτίμησε τους Έλληνες όταν έκρινε ότι μπορούν να χωρέσουν στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της έναντι των Οθωμανών.

Το έθνος που προηγείται του κράτους ή το αντίστροφο;

Οι ελληνικές σχολικές αφηγήσεις ξεκινούν από ένα αυτονόητο σχήμα, στο οποίο υφίσταται ένα «αιώνιο ελληνικό έθνος» που διατρέχει την αρχαιότητα, κρύβεται στα βουνά και στα μοναστήρια στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και «ανασταίνεται» το 1821. Σ’ αυτό το σχήμα, το έθνος προηγείται, το κράτος απλώς το επανενώνει. Ο Ρόντρικ Μπίτον αναλύοντας τα ιστορικά δεδομένα υποστηρίζει ότι η συνέχεια των ελληνόφωνων, ορθόδοξων, «ρωμαίικων» κοινοτήτων είναι πραγματική, αλλά διαχωρίζει την πολιτισμική συνέχεια με το νεωτερικό έθνος, ως κοινότητα με δικαιώματα, σύνορα και αυτοκυριαρχία. Αυτή η έννοια, υποστηρίζει, είναι προϊόν του 18ου–19ου αιώνα, κι όχι «κληρονομιά» της κλασικής Αθήνας. Ο Κώστας Κωστής συμπληρώνει ότι μετά το 1830 το ίδιο το ελληνικό κράτος κατασκευάζει μια συγκεκριμένη εκδοχή του έθνους, μέσα από διοίκηση, σχολεία, γλώσσα, στρατό και την επίσημη ιστορία. Τα σχολικά βιβλία δεν περιγράφουν απλώς ένα δεδομένο έθνος, αλλά βοηθούν στη δημιουργία του. Γι’ αυτό και το 1821 παραμένει ένα από τα πιο «θωρακισμένα» κεφάλαια των βιβλίων. Ηρωοποίηση των πρωταγωνιστών, υποβάθμιση των παραλίγο καταστροφικών εμφυλίων, αποσιώπηση της ελληνικής βίας, υπερτονισμός της Εκκλησίας ως ενιαίου πυλώνα και Θείας Σκέπης της επανάστασης. Αντίθετα, οι κοινωνικές αντιθέσεις των επαναστατών, τα δάνεια, οι συγκρούσεις κοτζαμπάσηδων–νησιωτών–στρατιωτικών, ή η ένταξη της επανάστασης στο ευρωπαϊκό παιχνίδι ισορροπιών, μπαίνουν συνήθως σε υποσημειώσεις. Ως εκ τούτου, η διάδοση της ιστορίας μέσα από τα βιβλία μοιάζει περισσότερο με κατήχηση παρά με εργαλείο κριτικής σκέψης.

Στην τουρκική πλευρά, η ίδια ιστορία παρουσιάζεται εκ διαμέτρου αντίθετη. Στα οθωμανικά αρχεία οι Έλληνες εμφανίζονται ως «άπιστοι Ρωμιοί» που στασίασαν με τη βοήθεια των ξένων. Η ελληνική επανάσταση εντάσσεται στο αφήγημα της διάλυσης της Αυτοκρατορίας και της «δυτικής υπονόμευσης», με έμφαση στις σφαγές μουσουλμάνων και στις προσφυγικές ροές από τον Μοριά. Δηλαδή, εκεί που εμείς βλέπουμε «αγώνα ανεξαρτησίας», η τουρκική ιστοριογραφία βλέπει «στάση» και «ξένο δάκτυλο». Οι υπερβολές είναι πολλές κι από την τουρκική πλευρά, αλλά στην παρούσα δεν χρίζουν περαιτέρω ανάλυσης, μιας και η αναφορά γίνεται για τα εν οίκω.  Σε αυτό το πλαίσιο, η σύγχρονη ιστοριογραφία προσφέρει ένα πιο νηφάλιο «μάζεμα». Η επανάσταση δεν ξεκίνησε σε μία ημερομηνία ούτε σε ένα σημείο, δεν ήταν «αμόλυντη» από εμφύλιες συγκρούσεις και σφαγές, δεν θα κατέληγε εύκολα σε κράτος χωρίς ευρωπαϊκή παρέμβαση, και το έθνος όπως το αντιλαμβανόμαστε σήμερα είναι σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα του ίδιου του κράτους μετά το 1830. Το ζητούμενο δεν είναι να βγει το 1821 «ένοχο» ή «αθώο», ούτε να παραποιηθεί η ιστορία, οι αγώνες και το μεγαλείο του όλου εγχειρήματος που ονομάζεται Ελληνική Επανάσταση, αλλά να μετακινηθεί από τον χώρο του μύθου στον χώρο της ώριμης ιστορικής γνώσης, στην οποία «χωρούν» και τα δικά μας τραύματα, αλλά και των «άλλων», καθώς κι ο ηρωισμός κι ο κυνισμός, αλλά και η παλιγγενεσία με τις «σκιές» της.

Τελευταίες Ειδήσεις