Νέες καταγγελίες για τη δράση του Γιώργου Τσαγκαράκη: «Άλλα βλέπαμε στις δημοπρασίες, άλλα μας έλεγαν μετά»

giorgos-tsagkarakis

Πελάτες περιγράφουν αδιαφανείς διαδικασίες, αμφισβητούμενες τελικές πωλήσεις και νέα ερωτήματα για τον τρόπο λειτουργίας του οίκου

Η υπόθεση του Γιώργου Τσαγκαράκη αποκτά νέα βαρύτητα, καθώς πέρα από τα ευρήματα της αστυνομικής έρευνας και τις ήδη γνωστές κατηγορίες, τώρα έρχονται στο προσκήνιο νέες μαρτυρίες πελατών που περιγράφουν με λεπτομέρειες πώς, κατά τους ίδιους, βρέθηκαν εξαπατημένοι σε τηλεοπτικές δημοπρασίες. Οι καταγγελίες αυτές δεν αφορούν μόνο την ποιότητα ή την αυθεντικότητα έργων τέχνης, αλλά κυρίως τον ίδιο τον τρόπο που γινόταν η διαδικασία πώλησης, την εικόνα που εμφανιζόταν «στον αέρα» και το ποσό που τελικά ανακοινωνόταν στους ιδιοκτήτες των αντικειμένων. Την ίδια ώρα, ο γνωστός γκαλερίστας έχει ήδη συλληφθεί μαζί με υπάλληλό του, σε βάρος του έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακουργήματα και η έρευνα των αρχών επεκτείνεται τόσο σε δημοπρασίες όσο και σε πλαστά έργα τέχνης και αρχαιότητες που βρέθηκαν στις εγκαταστάσεις του.

Κεντρικό πρόσωπο των νέων αποκαλύψεων είναι μία γυναίκα που υποστηρίζει ότι άφησε δύο οικογενειακά κοσμήματα προς δημοπράτηση και ότι στη συνέχεια διαπίστωσε τεράστια αναντιστοιχία ανάμεσα σε αυτό που έβλεπε να εξελίσσεται ζωντανά και σε αυτό που της ανακοινώθηκε ως τελικό αποτέλεσμα. Η Μαρία Καψή, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ που βασίζονται στις δηλώσεις της στην ΕΡΤ, λέει πως είχε λάβει διαβεβαίωση για τιμή ασφαλείας και παρακολούθησε τα κοσμήματα να συγκεντρώνουν προσφορές πάνω από αυτό το όριο. Όμως αργότερα, όπως υποστηρίζει, της είπαν ότι ο πλειοδότης υπαναχώρησε και πως το αντικείμενο διατέθηκε τελικά σε χαμηλότερη τιμή, κοντά στην τιμή ασφαλείας. Κατά την ίδια, δεν υπήρξε έγκαιρη ενημέρωση, ούτε ζητήθηκε η συγκατάθεσή της για μια τέτοια αλλαγή, ενώ δεν είχε και κανέναν τρόπο να διασταυρώσει την πραγματική ροή της συναλλαγής.

Η ίδια καταγγέλλει επίσης ότι για δεύτερο κόσμημα δεν πήρε ποτέ το ποσό που θεωρούσε ότι δικαιούται και ότι, όταν αντέδρασε, βρέθηκε μπροστά σε πιέσεις και σκληρή αντιμετώπιση από την επιχείρηση. Ακόμη πιο σοβαρός είναι ο ισχυρισμός της ότι είδε το ίδιο κόσμημα να βγαίνει ξανά σε δημοπρασία με διαφορετικό κωδικό, μολονότι είχε ήδη παρουσιαστεί ως πωλημένο. Αυτό το στοιχείο, αν αποδειχθεί, θα είναι εξαιρετικά επιβαρυντικό για τον τρόπο λειτουργίας της διαδικασίας. Μέχρι στιγμής, βέβαια, πρόκειται για δημόσιο ισχυρισμό καταγγέλλουσας και όχι για οριστικό δικαστικό συμπέρασμα. Ωστόσο, η επανάληψη παρόμοιων αφηγήσεων σε διαδοχικά ρεπορτάζ δείχνει ότι οι αρχές και η κοινή γνώμη δεν έχουν πια να κάνουν με μία μεμονωμένη διαφωνία πελάτη, αλλά με πολλαπλές αναφορές που συγκλίνουν σε κοινό μοτίβο.

Σημαντική είναι και η διάσταση που έδωσε ο δικηγόρος και συλλέκτης Γιώργος Γκαρίπης, ο οποίος χαρακτήρισε τις τηλεοπτικές δημοπρασίες τέτοιου τύπου «αδιαφανείς» και «νεφελώδεις», ειδικά όταν πρόκειται για αντικείμενα ιδιωτών που παραδίδονται ως παρακαταθήκη. Όπως εξήγησε, το κρίσιμο πρόβλημα είναι ότι ο ιδιοκτήτης ενός αντικειμένου μπορεί να βλέπει ένα ποσό να εμφανίζεται στη δημοπρασία, αλλά να μην είναι σε θέση να ελέγξει αν υπήρξε πράγματι ο συγκεκριμένος πλειοδότης, αν η πώληση ολοκληρώθηκε ή αν το τίμημα που τελικά αποδόθηκε είναι το πραγματικό τίμημα της συναλλαγής. Με αυτή την έννοια, οι νέες καταγγελίες αγγίζουν έναν πολύ ευαίσθητο πυρήνα: όχι απλώς αν κάποιο έργο ή κόσμημα ήταν γνήσιο ή όχι, αλλά αν η ίδια η εμπορική διαδικασία που παρουσιαζόταν ως δημοπρασία ήταν επαρκώς ελέγξιμη και διαφανής.

Στο μεταξύ, τα επίσημα στοιχεία της αστυνομικής έρευνας κάνουν ήδη την υπόθεση εξαιρετικά βαριά. Η ΕΛ.ΑΣ. ανακοίνωσε ότι στην έφοδο που έγινε στη γκαλερί, σε σπίτια και σε αυτοκίνητα βρέθηκαν 321 έργα τέχνης, τέσσερις ξύλινες αρχαίες εικόνες, Ιερό Ευαγγέλιο, τρεις αρχαίοι αμφορείς, οινοχόη και πίθος βυζαντινής περιόδου, 226.760 ευρώ, 32.607 δολάρια, περίστροφο, 45 φυσίγγια, τρεις μονάδες αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων και πλήθος εγγράφων. Σύμφωνα με την ίδια αστυνομική ενημέρωση, τα περισσότερα έργα κρίθηκαν πλαστά, ενώ ορισμένα δημοσιεύματα αποτυπώνουν την αναλογία στα 314 πλαστά και 7 γνήσια. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν γιατί η υπόθεση έχει πάρει τόσο μεγάλη έκταση και γιατί η έρευνα δεν περιορίζεται πλέον σε καταγγελίες πελατών, αλλά απλώνεται σε πιθανή διακίνηση πλαστών έργων και αρχαιοτήτων.

Απέναντι σε όλα αυτά, η πλευρά του Γιώργου Τσαγκαράκη έχει δηλώσει ότι αρνείται τις κατηγορίες και ότι θα απαντήσει ενώπιον της Δικαιοσύνης. Αυτό παραμένει κρίσιμο, γιατί η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στην ανακριτική φάση και κανένα οριστικό δικαστικό συμπέρασμα δεν έχει εκδοθεί. Παρ’ όλα αυτά, η συγκέντρωση τόσων καταγγελιών, οι αστυνομικές ανακοινώσεις, τα κατασχεμένα αντικείμενα και η δημόσια συζήτηση για την αδιαφάνεια των δημοπρασιών συνθέτουν ήδη μια υπόθεση που ξεπερνά τα όρια ενός μεμονωμένου ποινικού φακέλου και αγγίζει ευθέως την αξιοπιστία μιας ολόκληρης αγοράς.

Τελευταίες Ειδήσεις