
Ο συντελεστής Gini, τα ενοίκια–φωτιά, η βενζίνη και το καλάθι του σούπερ μάρκετ δείχνουν ότι η ελληνική μεσαία τάξη συρρικνώνεται – και μαζί της η ακτίνα ζωής των νοικοκυριών
Όχι ότι περίμενε κανείς τον πόλεμο και τα επακόλουθά του για να διαπιστώσει ότι η μεσαία τάξη έχει πάψει ουσιαστικά να υφίσταται —τουλάχιστον όπως την είχαμε στο μυαλό μας τα προηγούμενα χρόνια. Η ψαλίδα των ανισοτήτων έχει πλέον ανοίξει, και οι πολεμικές και οικονομικές κρίσεις απλώς επιτείνουν την κατάσταση…
Ένα ζευγάρι με δύο μισθούς περίπου στα 1.100–1.200 ευρώ έκαστος, ένα παιδί, δάνειο ή ενοίκιο και ένα αυτοκίνητο για να πηγαινοέρχονται στη δουλειά. Στα χαρτιά ανήκουν στην «μεσαία τάξη» της χώρας. Στην πράξη, κάθε απλή αύξηση στη βενζίνη, στο ενοίκιο ή στο καλάθι του σούπερ μάρκετ είναι ένας μικρός αναπροσδιορισμός της ζωής τους. Πόσο μακριά μπορούν να μένουν από την εργασία τους, αν και πού και για πόσο θα κάνουν διακοπές, αν το παιδί θα πάει αγγλικά ή κάποια άλλη δραστηριότητα ή φροντιστήριο. Κι αν αυτή η οικογένεια δυσκολεύεται να βγάλει τον μήνα, τότε πώς ακριβώς ορίζεται η μεσαία τάξη στην Ελλάδα του 2026;
Μπορεί η παραπάνω προσέγγιση να φαντάζει απλοϊκή και εκλαϊκευμένη, ωστόσο, η στατιστική απεικόνιση δεν είναι πιο αισιόδοξη. Ο συντελεστής Gini, που μετρά την ανισότητα στην κατανομή του εισοδήματος, παραμένει στο 31,8% για την Ελλάδα, ένα από τα υψηλότερα επίπεδα στην Ευρωζώνη, με αργή μόνο αποκλιμάκωση σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης. Την ίδια ώρα, το 26,9% του πληθυσμού –περίπου 2,74 εκατομμύρια άνθρωποι– βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το Ελληνικό Δίκτυο για την Καταπολέμηση της Φτώχειας. Με άλλα λόγια, ένα σημαντικό κομμάτι του ενεργού πληθυσμού που δηλώνει ή θεωρεί ότι ανήκει στη μεσαία τάξη κινείται στην πραγματικότητα πολύ κοντά στη ζώνη κινδύνου.
Ποιοι ανήκουν τελικά στη μεσαία τάξη
Τυπικά, οι οικονομολόγοι ορίζουν τη μεσαία τάξη ως τα νοικοκυριά με εισόδημα μεταξύ του 75% και του 200% του μέσου εθνικού εισοδήματος. Στην ελληνική περίπτωση, αυτό μεταφράζεται –με βάση πρόσφατες αναλύσεις του ΕΒΕΠ– σε ένα μέσο ετήσιο εισόδημα ανά άτομο γύρω στα 11.000–12.000 ευρώ. Περίπου 10.000 ευρώ ως κατώφλι εισόδου στη μεσαία τάξη και μέχρι 24.000 ευρώ ως ανώτερο όριο. Για ένα τετραμελές νοικοκυριό, αυτό σημαίνει εισόδημα 24.000–60.000 ευρώ τον χρόνο, συνήθως με δύο εργαζόμενους. Στα χαρτιά, αυτά τα νούμερα μπορεί να δείχνουν μια κάποια άνεση. Όταν όμως αρχίσουν να μπαίνουν οι φόροι, οι ασφαλιστικές εισφορές, το νοίκι ή η δόση του στεγαστικού, τα καύσιμα, το σούπερ μάρκετ, ενέργεια και υπηρεσίες, η φαινομενική «άνεση» εξαϋλώνεται και μετατρέπεται σε… σαφάρι επιβίωσης. Ήδη, μελέτες και παρεμβάσεις επαγγελματικών φορέων μιλούν για «συρρικνωμένη και υπερφορολογημένη» μεσαία τάξη, και μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δυσκολεύονται να μετατρέψουν τον τζίρο σε καθαρό εισόδημα. Η μεσαία τάξη υπάρχει ως φορολογική κατηγορία, αλλά ολοένα λιγότερο ως πραγματική εμπειρία καθημερινότητας.
Στεγαστικό: Το νέο ταξικό φίλτρο
Αν υπάρχει ένα πεδίο όπου η μεσαία τάξη δοκιμάζεται περισσότερο από ποτέ, αυτό είναι το στεγαστικό. Τον Ιούνιο του 2025, ο πληθωρισμός στη στέγαση στην Ελλάδα έφτασε στο 9,2%, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ ήταν μόλις 2,7%, σύμφωνα με ανάλυση των στοιχείων της Eurostat. Η εικόνα είναι ακόμη πιο επιβαρυντική αν σκεφτεί κανείς ότι είχαν προηγηθεί χρονιές με εκρηκτικές αυξήσεις στις τιμές κατοικίας, άνω του 35% σωρευτικά. Για ένα νοικοκυριό μεσαίου εισοδήματος, αυτό σημαίνει ότι τα λεφτά του ενοικίου απορροφά ένα ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι του μηνιαίου προϋπολογισμού.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία για την αγορά κατοικίας δείχνουν ότι η μέση ζητούμενη τιμή πώλησης κατοικιών αυξήθηκε κατά 9,6% σε ετήσια βάση το τέταρτο τρίμηνο του 2025. Στα ενοίκια, οι μέσες ζητούμενες τιμές καταγράφουν αύξηση 4,2% σε σχέση με έναν χρόνο πριν, με μια πρόσκαιρη διόρθωση περίπου −3,5% σε τριμηνιαία βάση. Πίσω από αυτούς τους μέσους όρους, όμως, κρύβονται πολύ μεγαλύτερες πιέσεις σε συγκεκριμένες ζώνες. Τα Νότια Προάστια για παράδειγμα παραμένουν η ακριβότερη περιοχή της χώρας, ακολουθούμενα από τα Βόρεια, τον Δήμο Αθηναίων, τις Κυκλάδες και τον Πειραιά, με μέσες ζητούμενες τιμές σε ορισμένες περιοχές να φτάνουν ή να ξεπερνούν τα 10,2 ευρώ το τετραγωνικό.
Για μια τετραμελή οικογένεια που θέλει ένα διαμέρισμα 90 τ.μ. σε μια λιγότερο «ελκυστική» περιοχή της Αττικής, αυτά τα νούμερα μεταφράζονται εύκολα σε 900–1.000 ευρώ το μήνα. Αν το καθαρό μηνιαίο εισόδημα του νοικοκυριού είναι 2.000–2.500 ευρώ, τότε η στέγη μπορεί να απορροφά το μισό μηνιάτικο, πριν καν συνυπολογιστούν λογαριασμοί, καύσιμα και τρόφιμα. Υπό αυτό το πρίσμα, το στεγαστικό δεν είναι απλώς ένα ακόμα έξοδο, αλλά το νέο ταξικό φίλτρο που καθορίζει ποιος μπορεί να ζήσει κοντά στη δουλειά του, σε «καλή» σχολική περιφέρεια, ή κοντά σε υπηρεσίες υγείας και μεταφοράς, και ποιος αναγκάζεται να μετακινηθεί πιο μακριά.
Καύσιμα και μετακινήσεις μικραίνουν την «ακτίνα ζωής»
Η ακρίβεια στα καύσιμα είναι ο δεύτερος κρίσιμος παράγοντας που πιέζει τη μεσαία τάξη. Η χώρα μας συγκαταλέγεται σταθερά στις χώρες με τις υψηλότερες τιμές βενζίνης στην ΕΕ, λόγω της υψηλής φορολογίας, με τις τελευταίες αυξήσεις να φέρνουν την τιμή πάνω από 1,90 ευρώ το λίτρο, ενώ σε νησιά κι επαρχία αναμένεται να φτάσει ή και να ξεπεράσει οριακά τα 2 ευρώ ανά λίτρο μέχρι και το τέλος της τρέχουσας εβδομάδας. Οι ανατιμήσεις αυτές συνδέονται με την άνοδο της τιμής του αργού πετρελαίου και τις γεωπολιτικές εντάσεις, αλλά σε επίπεδο οικογενειακού προϋπολογισμού μεταφράζεται σε «πόσες φορές το μήνα θα βάλω βενζίνη».
Για εργαζόμενο που «γράφει» περίπου 40-50 χιλιόμετρα τη μέρα για τη διαδρομή από και προς τη δουλειά του, το κόστος καυσίμου μπορεί εύκολα να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 200 ευρώ τον μήνα, μόνο για να πηγαινοέρχεται στη δουλειά, με τις σημερινές τιμές. Αν το νοικοκυριό έχει δύο αυτοκίνητα, το κόστος διπλασιάζεται, οπότε ή κάποιος θα πρέπει να πάει με τα μέσα ή να βρεθεί άλλη λύση… Μοιραία λοιπόν η «ακτίνα ζωής» της μεσαίας τάξης –πόσο μακριά μπορεί να ζει από τη δουλειά της και πόσο μπορεί να κινείται για εργασία, σχολεία, δραστηριότητες– μικραίνει. Κι αν για τα αστικά κέντρα μπορεί να βρεθεί εναλλακτική, το πρόβλημα είναι πολύ πιο έντονο στην περιφέρεια, όπου οι πολίτες αναγκάζονται να «γράφουν» περισσότερα χιλιόμετρα με ίδια μέσα κυρίως μιας και οι δημόσιες συγκοινωνίες είναι περιορισμένες. Για νοικοκυριά σε ημιαστικές κι αγροτικές περιοχές, το αυτοκίνητο δεν είναι επιλογή, είναι προϋπόθεση συμμετοχής στην αγορά εργασίας και στα κοινά. Όσο τα καύσιμα παραμένουν σε υψηλές τιμές, ένα διαρκώς αυξανόμενο ποσοστό του εισοδήματός τους το «καταπίνει» το αυτοκίνητο, κι όλο αυτό χωρίς να φαίνεται πουθενά στα επίσημα ποσοστά ανάπτυξης.
Τα ράφια του σούπερ μάρκετ
Η μεσαία τάξη δεν μπαίνει στη «μέγγενη» μόνο από το στεγαστικό και τα καύσιμα, αλλά και από το ολοένα αυξανόμενο κόστος βασικών αγαθών και υπηρεσιών. Σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 3,3% το πρώτο τρίμηνο του 2025, παρότι το ονομαστικό εισόδημα αυξήθηκε οριακά κατά 0,7%. Αυτό σημαίνει ότι, παρότι στα χαρτιά οι μισθοί και τα εισοδήματα μπορεί να φαίνονται σταθερά ή και αυξημένα, στην πράξη η αγοραστική τους δύναμη υποχωρεί. Για ένα νοικοκυριό με ετήσιο εισόδημα 30.000 ευρώ, μια μείωση 3,3% στο πραγματικό εισόδημα ισοδυναμεί με περίπου 1.000 ευρώ λιγότερα τον χρόνο – δηλαδή με ένα νοίκι ή μερικούς λογαριασμούς ρεύματος. Χρήματα που μπορεί να «κοπούν» από την εκπαίδευση των παιδιών, την υγεία, ενώ η αποταμίευση μοιάζει με άγνωστη λέξη. Αποτέλεσμα αυτού το κόστος ζωής ανεβαίνει και η πραγματική αγοραστική δύναμη των μεσαίων εισοδημάτων μειώνεται. Υπ’ αυτές τις συνθήκες η μεσαία τάξη δεν αποτελεί «μαξιλάρι σταθερότητας» για την οικονομία, αλλά ως μια κοινωνική ομάδα σε διαρκή άμυνα, που πασχίζει να μην κατρακυλήσει χαμηλότερα.
Η μεσαία τάξη δεν είναι παντού η ίδια
Η μεσαία τάξη δεν είναι ίδια σε όλη τη χώρα, καθώς τα στοιχεία για τον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις ανά περιφέρεια. Υψηλότερα ποσοστά σε Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα, χαμηλότερα σε Αττική, Κρήτη και Νησιά Αιγαίου. Αυτό σημαίνει ότι η ίδια εισοδηματική κλίμακα –π.χ. 25.000–35.000 ευρώ για μια οικογένεια– έχει πολύ διαφορετική αγοραστική δύναμη ανάλογα με το αν μιλάμε για έναν νομό της ενδοχώρας ή για ένα νησί με τουριστική έκρηξη και απλησίαστα ενοίκια.
Για παράδειγμα, στην Αττική, το πρόβλημα είναι το υψηλό κόστος στέγασης και υπηρεσιών. Σε μια επαρχιακή πόλη, μπορεί να είναι η έλλειψη ανταγωνιστικών θέσεων εργασίας και η εξάρτηση από δημόσιες υπηρεσίες που συρρικνώνονται. Σε ένα νησί με τουριστική ανάπτυξη, η εποχικότητα συμπιέζει το εισόδημα σε λίγους μήνες, ενώ το κόστος ζωής ακολουθεί τις τιμές του διεθνούς τουρισμού όλο τον χρόνο. Έτσι, η ελληνική μεσαία τάξη δεν είναι ένα συμπαγές μπλοκ αλλά ένα μωσαϊκό νοικοκυριών με κοινή συνισταμένη: Πώς θα βγάλουν τον μήνα χωρίς να υποβαθμίσουν την ποιότητα της ζωής τους.
Η πολιτική διάσταση του προβλήματος
Φτάνοντας στο δια ταύτα, με έναν συντελεστή Gini στο 31,8% και σχεδόν τρεις στους 10 κατοίκους σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη την ισορροπία της που φαινομενικά απορρέει από τη σταθερότητα της μεσαίας τάξης. Προκύπτουν λοιπόν τα εξής ερωτήματα; Ποια είναι πραγματικά η μεσαία τάξη που φορολογείται, καλείται να στηρίξει τις μεταρρυθμίσεις, πρέπει να «μπουστάρει» την κατανάλωση και τις επενδύσεις, και πώς αυτή φορολογείται; Κι εν τέλει πόσο «μεσαία» είναι αυτή η τάξη που ισορροπεί πάνω από τη γραμμή της φτώχειας, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει σπίτι, να στείλει το παιδί του αγγλικά, να πάει διακοπές, να αποταμιεύσει;
Αν κάτι αποτυπώνουν τα σημερινά νούμερα, είναι ότι η ελληνική μεσαία τάξη δεν συρρικνώνεται μόνο αριθμητικά, αλλά κυρίως ποιοτικά, θυμίζοντας ολοένα και περισσότερο ένα νοικοκυριό που ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί πάνω από το κενό. Τυπικά νιώθει ασφαλές αλλά μια ακόμα αύξηση στο νοίκι, στον λογαριασμό, στην αντλία ή στο ράφι του σούπερ μάρκετ, θα το σπρώξει στην πλευρά της στατιστικής φτώχειας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομία, τη δημοκρατία και τη συνοχή της χώρας.
Τελευταίες Ειδήσεις
- «Για να το συνδέσω με την Ιθάκη»: Το επικό σκίτσο του Πετρουλάκη για το νέο κόμμα Τσίπρα, για το οποίο μιλούν όλοι σήμερα
- Τα Μερομήνια προβλέπουν «σκληρό» καλοκαίρι: Ποιος θα είναι ο πιο δύσκολος μήνας
- Τεκτονικές αλλαγές σε νέα δημοσκόπηση: Τα 2 κόμματα που εξαφάνισε ο Τσίπρας με το καλημέρα