Τέμπη: «Δεν τολμούσα να κοιτάξω στο δωμάτιο», ο Πλακιάς μιλά για το σπίτι, τη λίστα και την οργή που μένει

nikos-plakias

Από την πρώτη ενημέρωση ως την δικογραφία, περιγράφει γιατί λέει ότι η δικαιοσύνη αργεί και κανείς δεν πλήρωσε ακόμη

Ο Νίκος Πλακιάς, πατέρας που έχασε στο δυστύχημα των Τεμπών τις δίδυμες κόρες του και την ανιψιά του, περιγράφει την πρώτη νύχτα και τα επόμενα χρόνια σαν μια αλυσίδα από στιγμές που δεν «τελειώνουν» ποτέ. Όπως λέει, όταν ήρθαν τα πρώτα νέα ότι υπάρχει εκτροχιασμός τρένου, αυτή ήταν η πρώτη ενημέρωση, και αντί να κάνει το αυτονόητο, να πάρει αμέσως τηλέφωνο τα παιδιά, πάγωσε και περίμενε. Δεν μίλησε ούτε στους δικούς του, όπως θυμάται, απλώς περίμενε τις εξελίξεις, και στην αρχή καθησυχάστηκε όταν άκουσε ότι δεν υπάρχουν νεκροί ή τραυματίες. Πολύ γρήγορα όμως, το σώμα και το μυαλό του τον έσπρωξαν σε αυτό που περιγράφει ως το πιο βασανιστικό ερώτημα, αν τα παιδιά του κατά τη σύγκρουση ή μετά ήταν ζωντανά, και αν χρειάστηκαν κάτι, αν φώναξαν «μπαμπά ή μαμά». Δεν μιλά για θεωρίες, δεν μιλά για αναλύσεις, μιλά για τη σκέψη που καρφώνεται σε έναν γονιό και δεν τον αφήνει να σταθεί, γιατί δεν υπάρχει απάντηση που να τον γλιτώνει.

Στη συνέχεια περιγράφει πώς είπε στη σύζυγό του ότι κάτι έχει γίνει, δεν μπορώ να βρω τα παιδιά, και πήραν το αυτοκίνητο και πήγαν στο Αστυνομικό Τμήμα Τεμπών. Από την αρχή, όπως λέει, ένιωθε ότι τα τρία κορίτσια χάθηκαν. Είδε τη λίστα με τους επιβαίνοντες που θα μεταφέρονταν στα λεωφορεία, τα ονόματα των κοριτσιών δεν ήταν μέσα, και τότε τους καθοδήγησαν να πάνε στα νοσοκομεία, όπου μεταφέρονταν οι τραυματίες. Η διαδρομή αυτή, από τη λίστα μέχρι τα νοσοκομεία, είναι, όπως την αφηγείται, η στιγμή που η πραγματικότητα αρχίζει να μπαίνει βίαια μέσα στο σώμα, γιατί η απουσία ονόματος δεν είναι απλώς κενό, μοιάζει με προμήνυμα.

Σε άλλο σημείο περιγράφει την αίθουσα αναμονής και ένα περιστατικό που, όπως λέει, τον σημάδεψε. Ένας γιατρός κατέβηκε και είπε ότι στη ΜΕΘ νοσηλεύεται ένα κορίτσι με ύψος 1.75, ξανθό, με γαλάζια μάτια. Όπως αναφέρει, πετάχτηκαν τρεις οικογένειες και μία από το κέντρο. Ο άνθρωπος από το κέντρο είδε τη φωτογραφία και αγκάλιασε την οικογένειά του. Εκείνη τη στιγμή, ο κ. Πλακιάς κατάλαβε ότι δεν ήταν το δικό του παιδί. Η εικόνα αυτή, όπως την περιγράφει, δείχνει πώς η ελπίδα δεν μοιράζεται ισότιμα, κάποιος την παίρνει, κάποιος την χάνει, και σε όσους την χάνουν, μένει μόνο το επόμενο βήμα, να συνεχίσουν να ψάχνουν, ενώ μέσα τους ήδη ξέρουν.

Λέει επίσης ότι στην αρχή, εκείνος και οι περισσότεροι συγγενείς είχαν το μυαλό τους στο γεγονός και όχι στα αίτια. Αναφέρει ότι στις 40 ημέρες, όταν πήγαν να κάνουν το μνημόσυνο, ήταν όλοι μαζί, με όλους όσοι στην πορεία ανακάλυψαν ότι είχαν μερίδιο ευθύνης. Αυτό το σημείο το λέει για να δείξει ότι η συνειδητοποίηση δεν ήρθε αμέσως ως νομικό συμπέρασμα, ήρθε σαν σταδιακή αποκάλυψη, σαν να ξεδιπλώνεται μια υπόθεση που δεν είχε αποτυπωθεί από την αρχή όπως έπρεπε.

Στο σπίτι, το βάρος γίνεται πιο σιωπηλό. Περιγράφει ότι περίμενε να ανοίξει η πόρτα και να μπει το παιδί του, και ότι το χειρότερο ήταν όταν περνούσε από το δωμάτιο, δεν τολμούσε να γυρίσει να κοιτάξει, δεν έμπαινε. Στο σπίτι υπάρχει μόνο μία φωτογραφία των κοριτσιών, στο δωμάτιό τους, και όχι φωτογραφίες στους τοίχους, όχι «οι καλύτερες στιγμές τους» να γεμίζουν το σπίτι, όπως λέει, γιατί αυτή η «λίγη ζωή» δεν αντέχεται να γίνει διακόσμηση πόνου.

Για το δικαστικό σκέλος, ο κ. Πλακιάς εκφράζει οργή, γιατί, όπως υποστηρίζει, μια σύγκρουση τρένων αντιμετωπίστηκε στην αρχή σαν απλό τροχαίο. Παραδέχεται ότι και οι οικογένειες στην αρχή δεν πίεσαν πολύ, λίγες στάθηκαν στο νομικό κομμάτι, και προσθέτει ότι η πρώτη ενημέρωση ήταν ελλιπής. Λέει επίσης ότι το μπάζωμα δεν ήταν καν στη δικογραφία. Στη δική του θέση, πρέπει να πληρώσουν όλοι οι υπεύθυνοι, από τον σταθμάρχη μέχρι τον υπουργό, και θέτει ερωτήματα για μια σειρά από πρόσωπα που εμπλέκονται, επιμένοντας ότι οι συγγενείς δεν μπορούν να δείξουν έναν μόνο υπεύθυνο, γιατί η υπόθεση δεν είναι μονοπρόσωπη.

Τρία χρόνια μετά, λέει ότι δεν υπάρχει δικαίωση, γιατί κανείς δεν είναι στη φυλακή, ενώ η δίκη αναμένεται να κρατήσει πολλά χρόνια. Και κλείνει με μια φράση που συνοψίζει το μέσα του, ότι η οργή, το μίσος, ο θυμός δεν του έχουν περάσει, και ότι «τα κορίτσια δεν τα κάναμε Ιφιγένειες», για να δοθεί ένας καλύτερος σιδηρόδρομος στη χώρα.

Τελευταίες Ειδήσεις