Αναβίωσε η φρίκη 19χρονης που φέρεται να βιάστηκε από άνδρες ΔΙ.ΑΣ. μέσα στο ΑΤ Ομονοίας: «Ήταν συνεννοημένοι να το κάνουν»

Απίστευτο κι όμως ελληνικό: Διεκόπη η δίκη για το C4i λόγω κρύου!

Φοβόμουν ότι θα πέθαινα, είπε η νεαρή γυναίκα ενώπιον του δικαστηρίου - Πώς περιέγραψε τις στιγμές φρίκης που φέρεται να βίωσε μέσα στο αστυνομικό τμήμα Ομονοίας

Μια 19χρονη κοπέλα φέρεται να είχε υποστεί ομαδικό βιασμό από ένστολους του ΑΤ Ομονοίας το 2022 με τη δίκη τους να ξεκινά σήμερα στο ΜΟΔ της Αθήνας. Οι τρεις αστυνομικοί κατηγορούνται για τον βιασμό 19χρονης μέσα στο Αστυνομικό Τμήμα το βράδυ της 11ης Οκτωβρίου 2022. Οι περιγραφές της νεαρής γυναίκας σοκάρουν κι αποκαλύπτουν τον εφιάλτη που βίωσε. Κατά το κατηγορητήριο, δύο αστυνομικοί της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. φέρονται να οδήγησαν τη νεαρή γυναίκα στα αποδυτήρια του τμήματος, όπου, κατά την καταγγελία, τη βίασαν διαδοχικά. Οι δύο κατηγορούνται για βιασμό και παραβίαση προσωπικών δεδομένων, ενώ ο τρίτος για συνέργεια. Κατά την έναρξη της διαδικασίας, και οι τρεις κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις κατηγορίες.

«Τους εμπιστεύτηκα, ήταν αστυνομικοί»

Η 19χρονη καταγγέλλουσα ανέβηκε στο βήμα και περιέγραψε τα όσα φέρεται να έζησε εκείνο το εφιαλτικό βράδυ.  Όπως κατέθεσε, είχε βγει με φίλη της και, κατευθυνόμενη προς τον σταθμό του Θησείου για να επιστρέψει στο σπίτι της, συνάντησε δύο από τους κατηγορουμένους, οι οποίοι βρίσκονταν σε υπηρεσία. Η νεαρή γυναίκα ανέφερε ότι τους πλησίασε για να ζητήσει πληροφορίες σχετικά με εργασιακό ζήτημα που αντιμετώπιζε, καθώς -όπως είπε- ήταν ανασφάλιστη και φοβόταν πιθανό πρόστιμο σε περίπτωση καταγγελίας του εργοδότη της. Όπως τόνισε στην Έδρα, μίλησαν σε χαλαρό τόνο κι αντάλλαξαν στοιχεία επικοινωνίας μέσω Instagram.  Οι αστυνομικοί, κατά την ίδια, της πρότειναν να μεταβεί στο ΑΤ Ομονοίας ώστε να απευθυνθεί στον αξιωματικό υπηρεσίας για να την βοηθήσει με το εργασιακό της θέμα.

«Τους εμπιστεύτηκα, ήταν αστυνομικοί. Πήρα το τρένο και κατέβηκα στην Ομόνοια. Όταν έφτασα, ήταν έξω σε μια καφετέρια. Μου είπαν ότι θα με οδηγήσουν στον αξιωματικό υπηρεσίας», κατέθεσε, αφήνοντας να εννοηθεί ότι την περίμεναν και το είχαν προσχεδιάσει. Η ίδια περιέγραψε ότι κάθισε μαζί τους στην καφετέρια, όπου -όπως είπε- το κλίμα ήταν χαλαρό. «Μιλήσαμε περί ανέμων και υδάτων, με ρώτησαν πού δουλεύω και την ηλικία μου. Είχα χαρεί που θα με βοηθούσαν», ανέφερε. Ωστόσο, όπως κατέθεσε, παρατήρησε «βλέμματα μεταξύ τους» και συζητήσεις για «κλειδιά» και «7ο όροφο».

Η στιγμές της φρίκης

Σύμφωνα με την καταγγελία της, οι αστυνομικοί την οδήγησαν σε έναν χώρο με κάγκελο και σιδερένια πόρτα εντός του τμήματος, ο οποίος -όπως διαπίστωσε- ήταν τα αποδυτήρια. «Δεν ένιωσα φόβο, ήμουν σε Αστυνομικό Τμήμα. Μου είπαν να αφήσω τα πράγματά μου και ότι θα φωνάξουν τον αξιωματικό υπηρεσίας», ανέφερε. Όπως κατέθεσε, ο ένας αποχώρησε από τον χώρο, λέγοντας «θα σας αφήσω να τα πείτε», και λίγο αργότερα έμεινε μόνη με τον δεύτερο κατηγορούμενο. «Με το που έφυγε ο ένας, ο άλλος άρχισε να με φιλάει. Δεν αντέδρασα. Ήμουν παγωμένη. Έβγαλε τη ζώνη και το όπλο του. Δεν με απείλησε, αλλά φοβήθηκα», είπε χαρακτηριστικά. Εξήγησε ότι η φοβική στάση της, οφείλεται σε βιώματα που είχε από τον πατέρα της και γενικώς φοβόταν τους άνδρες.

Ακολούθως, η 19χρονη περιέγραψε με λεπτομέρειες τον καταγγελλόμενο βιασμό, λέγοντας ότι βρισκόταν σε κατάσταση σοκ. «Πονούσα και μου είπε “μη φωνάζεις”». Στη συνέχεια, σύμφωνα με την ίδια, εισήλθε στον χώρο και ο δεύτερος κατηγορούμενος. «Του είπα “βοήθησέ με, έγινε κάτι χωρίς τη συναίνεσή μου”. Από το βλέμμα του κατάλαβα ότι ήξερε. Ήταν συνεννοημένοι», υποστήριξε.

Η κάμερα και οι κλήσεις της μητέρας της

Η καταγγέλλουσα κατέθεσε εξάλλου ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, έφερε στο γιλέκο του body cam η οποία αναβόσβηνε με κόκκινο φωτάκι. «Τον ρώτησα γιατί αναβοσβήνει και μου είπε ότι τελειώνει η μπαταρία. Η κάμερα κατέγραφε». Παράλληλα, σημείωσε ότι δέχθηκε κλήσεις από τη μητέρα της, αλλά δεν απάντησε, καθώς -όπως είπε- της το απαγόρευσαν. «Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Μου έλεγε “μη φωνάζεις” για να μην ακούσουν οι άλλοι αστυνομικοί», πρόσθεσε η νεαρή γυναίκα.

Κληθείσα να απαντήσει στην Έδρα γιατί δεν αντέδρασε εντόνως έτσι ώστε να ακουστεί στο τμήμα και να σπεύσουν πιθανώς άλλοι να την σώσουν, είπε ότι φοβόταν για τη ζωή της και γι αυτό δεν αντέδρασε πιο έντονα. «Φοβόμουν ότι θα πέθαινα. Δεν ήξερα πώς θα αντιδράσουν», είπε χαρακτηριστικά. Όπως κατέθεσε, όταν ο καταγγελλόμενος βιασμός ολοκληρώθηκε, ένας εκ των κατηγορουμένων της είπε: «Φύγε πρώτη, δεν θέλω να μας δουν μαζί». Η ίδια ανέφερε ότι αποχώρησε και πήγε στον σταθμό για να επιστρέψει στο σπίτι της, ενώ την επόμενη ημέρα έστειλε μήνυμα σε έναν από τους κατηγορουμένους «ως αποδεικτικό – ειρωνικό», όπως το χαρακτήρισε. Απαντώντας σε ερωτήσεις του εισαγγελέα, αρνήθηκε ότι υπήρξε ερωτικό ενδιαφέρον από την πλευρά της. «Το “μου αρέσει” δεν ήταν σεξουαλικό. Εννοούσα ότι ήταν πιο ήρεμος, πιο ήπιος. Δεν είπα ότι μου άρεσε ερωτικά», κατέθεσε, προσθέτοντας ότι οι μεταγενέστερες καταθέσεις της είναι πιο ακριβείς. Η δίκη αναμένεται να συνεχιστεί τον Μάρτιο.

Τελευταίες Ειδήσεις