Παύει να είναι απλά μία φοβία: Γιατί ο ένας μετά τον άλλον οι στρατηγοί της Ευρώπης προειδοποιούν «ετοιμαστείτε για πόλεμο με τη Ρωσία»

Η πολεμολαγνία της ΕΕ έγινε βίωμα στους πολίτες: Δημοσκόπηση-σοκ για το ενδεχόμενο πολέμου με τη Ρωσία, «εχθρός» ο Τραμπ

Η Ευρώπη μπαίνει στη ζώνη του κινδύνου και πληθαίνουν οι «φωνές» από τους Ευρωπαίους στρατηγούς για την πιθανότητα εμπόλεμης κατάστασης με την Ρωσία

«Πρέπει να αποδεχθούμε ότι μπορεί να χάσουμε τα παιδιά μας». Η φράση αυτή, ειπωμένη δημόσια από τον αρχηγό των γαλλικών ενόπλων δυνάμεων, δεν ήταν απλώς μια σκληρή προειδοποίηση. Ήταν ένα σοκ αφύπνισης για κοινωνίες που εδώ και δεκαετίες έχουν μάθει να θεωρούν τον πόλεμο κάτι μακρινό, σχεδόν ιστορικό. Η εκτίμηση ότι μια άμεση σύγκρουση με τη Ρωσία μέσα στα επόμενα χρόνια δεν μπορεί να αποκλειστεί έσπασε ένα ταμπού: ότι η ειρήνη στην Ευρώπη είναι δεδομένη. Η αντίδραση στη Γαλλία ήταν έντονη. Κατηγορίες για κινδυνολογία, για «πολεμοκαπηλεία», για καλλιέργεια φόβου. Όμως το Παρίσι δεν είναι εξαίρεση. Από το Λονδίνο μέχρι το Βερολίνο και από τις Βρυξέλλες μέχρι τις σκανδιναβικές πρωτεύουσες, στρατιωτικοί και αξιωματούχοι ασφαλείας μιλούν πια ανοιχτά για μια νέα πραγματικότητα: Η Ευρώπη δεν βρίσκεται σε ειρήνη, αλλά ούτε και σε πόλεμο. Βρίσκεται σε μια ενδιάμεση, εύθραυστη ζώνη, όπου η σύγκρουση δεν είναι βεβαιότητα, αλλά ούτε και απίθανη.

Για τις χώρες που συνορεύουν ή βρίσκονται κοντά στη Ρωσία, αυτή η συνθήκη δεν είναι καινούργια. Στη Βαλτική, στην Πολωνία, στη Φινλανδία και στη Σουηδία, η έννοια της «ετοιμότητας για πόλεμο» αποτελεί εδώ και χρόνια κομμάτι της δημόσιας συζήτησης και της κρατικής πολιτικής. Αντίθετα, στη Δυτική και Νότια Ευρώπη, η απειλή εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται συχνά ως θεωρητικό σενάριο, κάτι που αφορά «άλλους». Αυτή ακριβώς η απόσταση –γεωγραφική και ψυχολογική– εξηγεί γιατί οι προειδοποιήσεις γίνονται όλο και πιο ωμές. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: η ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αποκλειστική υπόθεση των επαγγελματικών στρατών. Αφορά ολόκληρες κοινωνίες.

Η επιστροφή της στρατιωτικής λογικής

Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αρχίζουν δειλά αλλά σταθερά να αναθεωρούν επιλογές δεκαετιών. Η ανασυγκρότηση των ενόπλων δυνάμεων και των εφεδρειών επανέρχεται στο προσκήνιο, συχνά μέσα από έμμεσες ή «ήπιες» μορφές επιστροφής της θητείας. Η Γερμανία προχωρά στη δημιουργία μιας μεγάλης δεξαμενής δυνητικά επιστρατεύσιμων πολιτών, επαναφέροντας στην πολιτική γλώσσα έναν όρο που μέχρι πρόσφατα φαινόταν αδιανόητος: «ετοιμότητα για πόλεμο». Η Γαλλία σχεδιάζει εκτεταμένη εθελοντική στρατιωτική υπηρεσία για νέους. Στην Πολωνία συζητείται η καθολική στρατιωτική εκπαίδευση, ενώ οι σκανδιναβικές χώρες λειτουργούν ήδη εδώ και χρόνια με τη λογική της «ολικής άμυνας».

Στον αντίποδα, ο ευρωπαϊκός Νότος εμφανίζεται πιο διστακτικός. Ιταλία και Ισπανία αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες, αλλά αποφεύγουν να ανοίξουν σοβαρά τη συζήτηση για ανθρώπινο δυναμικό και κοινωνική κινητοποίηση. Ακόμη και η Βρετανία, παρά τη σκληρή ρητορική, αποφεύγει να θίξει ευθέως το ζήτημα της στράτευσης.

Πολιτική άμυνα: το αδύναμο σημείο

Το μεγαλύτερο χάσμα, ωστόσο, δεν εντοπίζεται στους στρατούς, αλλά στις κοινωνίες. Σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης, οι πολίτες εκπαιδεύονται συστηματικά για το τι σημαίνει κρίση ή πόλεμος: οδηγίες επιβίωσης, πολιτική άμυνα, συμμετοχή όλων – ανδρών και γυναικών – σε ένα ευρύτερο πλέγμα εθνικής ασφάλειας. Στη Δυτική και Νότια Ευρώπη, τέτοιες πρακτικές παραμένουν η εξαίρεση. Οι κοινωνίες έχουν εμπειρία από τρομοκρατία ή φυσικές καταστροφές, όχι όμως από την ιδέα μιας παρατεταμένης, γενικευμένης σύγκρουσης. Η συζήτηση συχνά σκοντάφτει στον φόβο του πολιτικού κόστους. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: ενώ μεγάλα ποσοστά Ευρωπαίων θεωρούν πιθανό ένα πολεμικό σενάριο τα επόμενα χρόνια, η πλειονότητα δηλώνει ότι η χώρα της δεν είναι έτοιμη να αμυνθεί αποτελεσματικά. Η απειλή αναγνωρίζεται, αλλά η προσαρμογή καθυστερεί.

Ένας κόσμος με πολλαπλά φιτίλια

Το ευρωπαϊκό άγχος δεν γεννιέται σε κενό. Ο πλανήτης εισέρχεται σε μια περίοδο όπου ταυτόχρονες εστίες αστάθειας λειτουργούν σωρευτικά. Η Ουκρανία παραμένει ανοιχτή πληγή, η Μέση Ανατολή βράζει, η Ταϊβάν αποτελεί μόνιμη πηγή ανησυχίας, ενώ οι υβριδικές απειλέςκυβερνοεπιθέσεις, παραπληροφόρηση, σαμποτάζ υποδομών– έχουν μετατρέψει τον πόλεμο σε κάτι λιγότερο ορατό αλλά εξίσου επικίνδυνο. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ρωσία δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας περιφερειακός αντίπαλος, αλλά ως δύναμη που δοκιμάζει συστηματικά τα όρια αντοχής της Ευρώπης, στρατιωτικά, πολιτικά και κοινωνικά.

Το τέλος της αυταπάτης

Το παράδοξο είναι σαφές: Η Ευρώπη γνωρίζει ότι ο κίνδυνος υπάρχει, αλλά δυσκολεύεται να αποδεχθεί τι σημαίνει αυτό στην πράξη. Η εποχή της μεταψυχροπολεμικής βεβαιότητας τελειώνει, και μαζί της τελειώνει και η ιδέα ότι η ειρήνη είναι μια μόνιμη κατάσταση. Όσο οι κοινωνίες παραμένουν σε άρνηση, οι προειδοποιήσεις θα γίνονται πιο σκληρές και οι επιλογές πιο επώδυνες. Το ερώτημα δεν είναι αν ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος. Είναι αν η Ευρώπη θα προλάβει να προσαρμοστεί σε έναν κόσμο όπου η ειρήνη δεν χαρίζεται, αλλά απαιτεί προετοιμασία, κόστος και πολιτικό θάρρος, ένα «πακέτο» που η Ρωσία φαίνεται να είναι η μόνη σ’  αυτήν την εξίσωση, που το κατέχει…

Τελευταίες Ειδήσεις