Σαν σήμερα γεννήθηκε ο τεράστιος Μπομπ Μάρλεϊ ΦΩΤΟ+ΒΙΝΤΕΟ

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο τεράστιος Μπομπ Μάρλεϊ ΦΩΤΟ+ΒΙΝΤΕΟ
Ο Μπομπ Μάρλεϊ ήταν Τζαμαϊκανός τραγουδιστής, συνθέτης, κιθαρίστας και ακτιβιστής καλλιτέχνης. Διεθνοποίησε τη μουσική ρέγκε και την κουλτούρα των Ρασταφάρι, ενώ είχε μεγάλη τρέλα με το ποδόσφαιρο.

Με τραγούδια όπως τα “I Shot the Sheriff”, “No Woman, No Cry”, “Three Little Birds”, “Exodus”, “Could You Be Loved”, “Jamming”, “Redemption Song” και “One Love”, η μεταθανάτια συλλογή του Legend (1984) πούλησε τα περισσότερα αντίτυπα στην ιστορία της ρέγκε μουσικής —περισσότερα από 12 εκατομμύρια.

Ο Μπομπ Μάρλεϊ τραγούδησε τον έρωτα, την αγάπη, αλλά και την καταπίεση των μαύρων από τους λευκούς. Βρέθηκε στη δίνη των πολιτικών αντιπαραθέσεων στην πατρίδα του, με μια εις βάρος του απόπειρα δολοφονίας. Όμως, γρήγορα έγινε λαϊκό είδωλο και η ημερομηνία γέννησής του τιμάται ως Εθνική Εορτή στη Τζαμάικα. Πολλά του οφείλουν οι καλλιτέχνες της ραπ, ενώ κάποιοι μουσικοκριτικοί δεν διστάζουν να τον αποκαλέσουν «Νονό του Χιπ-Χοπ», εκτός βεβαίως από «Βασιλιά της Ρέγκε», τίτλος που του ανήκει δικαιωματικά. Το άλμπουμ Legend, που κυκλοφόρησε τρία χρόνια μετά τον θάνατό του και περιέχει τις μεγαλύτερες επιτυχίες του έχει γίνει 10 φορές πλατινένιο, με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 12 εκατομμύρια αντίτυπα (2008).

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο τεράστιος Μπομπ Μάρλεϊ ΦΩΤΟ+ΒΙΝΤΕΟ
Τα πρώτα χρόνια της ζωής

Ο Μάρλεϊ γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό το Nine Mile, του Saint Ann Parish, στη Τζαμάικα. Το πλήρες όνομά του ήταν Νέστα Ρόμπερτ Μάρλεϊ. Ένας τζαμαϊκανός υπάλληλος της υπηρεσίας διαβατηρίων θα του αλλάξει στη συνέχεια το πρώτο με το μεσαίο του όνομα. Ο πατέρας του, Norval Sinclair Marley, (γεννημένος το 1895) ήταν λευκός Τζαμαϊκανός με αγγλική καταγωγή, που ζούσε στο Λίβερπουλ. Ο Norval ήταν ναυτικός αξιωματούχος, καπετάνιος και επιθεωρητής φυτειών, όταν γνώρισε και παντρεύτηκε την Σεντέλα Μπούκερ (1926- 2008), μια μαύρη Τζαμαϊκανή μόλις δεκαεννιά χρονών τότε. Ο Norval παρείχε οικονομική υποστήριξη στη γυναίκα και το παιδί του, αλλά σπάνια τους έβλεπε, λόγω των συχνών μακρινών ταξιδιών του. Το 1955, όταν ο Μάρλεϊ ήταν 10 χρονών, ο πατέρας του πέθανε από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 60 ετών. Ο Μάρλεϊ ήταν θύμα ρατσισμού στην παιδική του ηλικία λόγω της ανάμεικτης καταγωγής του και ήρθε αντιμέτωπος με ερωτήσεις για την φυλετική του ταυτότητα κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Κάποτε δήλωσε: «Δεν είμαι προκατειλημμένος απέναντι του. Ο πατέρας μου ήταν λευκός και η μητέρα μου μαύρη. Με φωνάζουν μιγά ή κάπως έτσι. Δεν είμαι σε καμία πλευρά. Ούτε στην μαύρη, ούτε στην λευκή. Είμαι στου Θεού την πλευρά, Αυτού που με έπλασε και με έκανε να προέρχομαι από την μαύρη και την λευκή».

Ο Μάρλεϊ και η μητέρα του μετακόμισαν σε μια φτωχογειτονιά του Κίνγκστον, στη Trenchtown, μετά το θάνατο του Norval. Αναγκάστηκε να μάθει αυτοάμυνα για να υπερασπίζει τον εαυτό του από παλικαρισμούς που τον είχαν σαν στόχο λόγω της καταγωγής και του αναστήματος του (1.63 μ. ύψος). Κέρδισε τελικά φήμη για τη φυσική του δύναμη και το ψευδώνυμο «Tuff Gong».

Η μουσική του καριέρα

Ο Μάρλεϊ έγινε φίλος με τον Neville “Bunny” Livingston (αργότερα γνωστός ως Bunny Wailer), με τον οποίο ξεκίνησε να παίζει μουσική. Παράτησε το σχολείο σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και ξεκίνησε να εργάζεται ως μαθητευόμενος σε ένα σιδεράδικο. Στον ελεύθερο χρόνο του, αυτός και ο Livingston έπαιζαν μουσική με τον Joe Higgs, ένα τοπικό τραγουδιστή που είχε ασπαστεί τον Ρασταφαριανισμό και θεωρείται από πολλούς μέντορας του Μάρλεϊ. Σε μια τέτοια συνεύρεση με τον Higgs και τον Livingston ο Μάρλεϊ γνώρισε τον Peter McIntosh (αργότερα γνωστό ως Peter Tosh), με τον οποίο είχαν κοινές μουσικές φιλοδοξίες.

Το 1963, ο Μπόμπ Μάρλεϊ, ο Bunny Livingston, ο Peter McIntosh, ο Junior Braithwaite, ο Beverley Kelso και ο Cherry Smith δημιούργησαν ένα ska/rocksteady συγκρότημα, αποκαλώντας τους εαυτούς τους The Teenagers. Αργότερα άλλαξαν το όνομα τους σε The Wailing Rudeboys, μετά σε The Wailing Wailers και τελικά σε The Wailers. Μέχρι το 1966 ο Braithwaite, ο Kelso και ο Smith είχαν αποχωρήσει από τους Wailers, αφήνοντας την τριάδα Μάρλεϊ, Livingston και McIntosh.

Το 1966, ο Μάρλεϊ παντρεύτηκε την Rita Anderson και μετακόμισαν για ένα μικρό χρονικό διάστημα στο πατρικό της μητέρας του στο Delaware του Wilmington. Εκεί δούλεψε σαν καθαριστής στο ξενοδοχείο DuPont και στη νυχτερινή βάρδια της γραμμής συναρμολόγησης της Chrysler, κάτω από το ψευδώνυμο Ντόναλντ Μάρλεϊ (Donald Marley). Η μισθωτή εργασία δεν τον ενθουσίασε και το 1967 επέστρεψε στο νησί για να ασχοληθεί και πάλι με τη μουσική. Με την επιστροφή του στη Τζαμάικα, ο Μάρλεϊ έγινε μέλος του Ρασταφαριανού κινήματος αφήνοντας dreadlocks (είδος κόμμωσης), ένα από τα σύμβολα των Ρασταφαριανών, που έγιναν το σήμα κατατεθέν του και αργότερα παγκόσμια μόδα.

Μετά από μια σύγκρουση με τον Dodd, ο Μάρλεϊ και το συγκρότημα του «συμμάχησαν» με τον Lee “Scratch” Perry και το δικό του συγκρότημα, The Upsetters. Ενώ η συνεργασία τους κράτησε λιγότερο από ένα χρόνο, από πολλούς θεωρείται πως ηχογραφήθηκαν οι καλύτερες δουλειές των The Wailers. Ο Μάρλεϊ και ο Perry χώρισαν μετά από μια φιλονικία που αφορούσε τα δικαιώματα των ηχογραφήσεων, αλλά παρέμειναν φίλοι και ξαναδούλεψαν μαζί τα επόμενα χρόνια.

Μέσα στο 1968 και το 1972, ο Μπομπ και η Ρίτα Μάρλεϊ, ο Peter McIntosh και ο Bunny Livingston αναδημιούργησαν μερικά παλιά τραγούδια με την JAD Records στο Κίνγκστον και στο Λονδίνο σε μια προσπάθεια τους να διαφημίσουν τον «ήχο» των Wailers. Ο Livingston αργότερα ισχυρίστηκε πως αυτά τα τραγούδια «δεν έπρεπε ποτέ να κυκλοφορήσουν σαν άλμπουμ… ήταν απλά demo για τις εταιρίες».

Το πρώτο άλμπουμ των The Wailers, ονόματι Catch A Fire, κυκλοφόρησε παγκοσμίως το 1973 και είχε θετική απήχηση. Ακολούθησε ένα χρόνο αργότερα το Burnin’, που συμπεριελάμβανε τα τραγούδια “Get Up, Stand Up” και “I Shot The Sheriff”. Ο Έρικ Κλάπτον επιμελήθηκε το “I Shot The Sheriff” σε μια έκδοση πιο φιλική προς τα ακούσματα της εποχής, ενισχύοντας έτσι το διεθνές προφίλ του Μάρλεϊ.

Οι The Wailers διαλύθηκαν το 1974 και το κάθε μέλος ακολούθησε σόλο καριέρα. Για την αιτία της διάλυσης γίνονται μόνο εικασίες. Μερικοί πιστεύουν ότι υπήρχαν διαφωνίες ανάμεσα στους Livingston, McIntosh και Μάρλεϊ για τις συναυλιακές τους εμφανίσεις, ενώ άλλοι ισχυρίζονται πως απλά οι Livingston και McIntosh προτιμούσαν τη σόλο καριέρα. Ο McIntosh ξεκίνησε ηχογραφήσεις με το όνομα Peter Tosh και ο Livingston συνέχισε ως Bunny Wailer.

Bob Marley & The Wailers

Από το 1968 έως το 1972 οι Γουέιλερς ξαναηχογράφησαν κάποια από τα παλιά τους κομμάτια, εμπορικοποίησαν τον ήχο τους και χτύπησαν τις πόρτες των δισκογραφικών εταιρειών. Το 1972 κυκλοφόρησε το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο Catch A Fire (Stir It Up, Kinky Reggae), που κινήθηκε καλά. Ένα χρόνο αργότερα ακολούθησε το Burnin’ με τραγούδια όπως τα Get Up, Stand Up και το I shot the Sheriff, που έγινε παγκόσμια επιτυχία στη διασκευή του Έρικ Κλάπτον και βοήθησε στην εκτόξευση της δημοτικότητας του Μπομπ Μάρλεϊ.

Παρά τη διάλυση, ο Μάρλεϊ συνέχισε να ηχογραφεί σαν Bob Marley & The Wailers. Τη νέα του μπάντα απάρτιζαν τα αδέλφια Carlton και Aston “Family Man” Barrett στα ντραμς και στο μπάσο αντίστοιχα, οι Junior Marvin και Al Anderson στην κιθάρα, Tyrone Downie και Earl “Wya” Lindo στα πλήκτρα και Alvin “Seeco” Patterson στα κρουστά. Το συγκρότημα I Threes, αποτελούμενο από τις Judy Mowatt, Marcia Griffiths και τη γυναίκα του Μάρλεϊ, Ρίτα, ανέλαβε τα δευτερεύοντα (background) φωνητικά.

Το 1975 συντελέστηκε η διεθνής αναγνώριση του Μάρλεϊ, έξω από τα όρια της Τζαμάικα, με την επιτυχία του τραγουδιού “No Woman, No Cry” από το άλμπουμ Natty Dread. Ακολούθησε το ακόμα πιο επιτυχημένο άλμπουμ, Rastaman Vibration (1976), το οποίο παρέμεινε τέσσερις εβδομάδες στα Top Ten στις ΗΠΑ.

Τον Δεκέμβριο του 1976 δύο μέρες πριν το Smile Jamaica, μια ελεύθερη συναυλία που οργάνωσε ο Πρωθυπουργός της Τζαμάικας Μάικλ Μάνλεϊ για να κατευνάσει τα πνεύματα μεταξύ δύο πολιτικών παρατάξεων, ο Μάρλεϊ, η γυναίκα του και ο μάνατζερ του Don Taylor δέχτηκαν ένοπλη επίθεση από άγνωστο στο σπίτι των Μάρλεϊ. Ο Taylor τραυματίστηκε στα πόδια και η γυναίκα του Μάρλεϊ Rita στο κεφάλι σοβαρά, αργότερα ανάρρωσαν. O Μπομπ Μάρλεϊ τραυματίστηκε ελαφρώς στο στήθος και στο βραχίονα. Η επίθεση έγινε λόγω πολιτικής του ανάμιξης, επειδή πολλοί θεώρησαν ότι η συναυλία ήταν στην πραγματικότητα μια στρατηγική ανάκαμψης του Μάνλεϊ. Παρ’ όλα αυτά, η συναυλία πραγματοποιήθηκε και τραυματισμένοι ο Μάρλεϊ, χωρίς την κιθάρα του, και η Rita, με επιδέσμους στο κεφάλι, εμφανίστηκαν όπως είχε προγραμματιστεί.

Ο Μάρλεϊ, το 1976, άφησε την Τζαμάικα και εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, όπου ηχογράφησε τα άλμπουμ Exodus και Kaya. Το Exodus έμεινε στα βρετανικά charts για 56 συνεχείς εβδομάδες. Συμπεριελάμβανε τέσσερα singles: “Exodus”, “Waiting In Vain”, “Jamming” και το “One Love”, μια διασκευή του “People Get Ready” του Curtis Mayfield. Τότε ήταν που συνελήφθη με κατηγορίες για κατοχή μικρής ποσότητας κάνναβης ενώ ταξίδευε στο Λονδίνο.

Το 1978, ο Μάρλεϊ εμφανίστηκε σε άλλη μια πολιτική συναυλία στη Τζαμάικα, το One Love Peace Concert, σε μια ακόμη προσπάθεια να εξευμενίσει τις σχέσεις των μαχόμενων κομμάτων. Προς το τέλος την συναυλίας, μετά από παράκληση του Μάρλεϊ, ο Μάνλεϊ και ο πολιτικός του αντίπαλος, Edward Seaga, ανέβηκαν και αντάλλαξαν χειραψία επάνω στη σκηνή.

Το Babylon by Bus, ένα διπλό live άλμπουμ με 13 τραγούδια, κυκλοφόρησε το 1978 με τις καλύτερες κριτικές. Ολόκληρο το άλμπουμ και συγκεκριμένα το τελευταίο τραγούδι “Jamming” με τις επευφημίες του κοινού, αποτύπωσε την ένταση των ζωντανών εμφανίσεων του Μάρλεϊ. Το Survival, ένα «ανυπάκουο» και πολιτικά φορτισμένο άλμπουμ, κυκλοφόρησε το 1979. Τραγούδια σαν τα “Zimbabwe”, “Africa Unite”, “Wake Up and Live” και “Survival” αντικατόπτριζαν την υποστήριξη του Μάρλεϊ στους αγώνες των Αφρικανών. Τις αρχές του 1980, κλήθηκε να εμφανιστεί στον εορτασμό τις 17ης Απριλίου, Μέρα Ανεξαρτησίας για την Ζιμπάμπουε. Το Uprising (1980) ήταν το τελευταίο στούντιο άλμπουμ του Μπομπ Μάρλεϊ και ήταν μια από τις πιο θρησκευόμενες δημιουργίες του, συμπεριλαμβανομένων των “Redemption Song” και “Forever Loving Jah”. Ήταν στο “Redemption Song” που ο Μάρλεϊ τραγούδησε τους φημισμένους στίχους:

«Emancipate yourselves from mental slavery (Απελευθερώστε τον εαυτό σας από την σκλαβιά του νου)
None but ourselves can free our minds… (Μόνο εμείς μπορούμε να αποδεσμεύσουμε το μυαλό μας…)»
.

Το Confrontation (1983) κυκλοφόρησε μετά τον θάνατο του και περιείχε υλικό από ηχογραφήσεις κατά τη διάρκεια της ζωής του Μάρλεϊ, συμπεριλαμβάνοντας το “Buffalo Soldier” και νέες μίξεις παλιών singles που κυκλοφορούσαν μόνο στη Τζαμάικα.

Διάγνωση Καρκίνου

Τον Ιούλιο του 1977, διαγνώστηκε κακόηθες μελάνωμα στα πόδια του Μάρλεϊ, για το οποίο πίστευε ο ίδιος ότι ήταν τραύμα από το ποδόσφαιρο. Αρνήθηκε τον ακρωτηριασμό, αναφέροντας ότι η επέμβαση θα επηρέαζε τον χορό του και σύμφωνα με την πίστη των Ρασταφαριανών πως το σώμα πρέπει να είναι «ολόκληρο»: «Οι Ρασταφαριανοί δεν κάνουν ακρωτηριασμούς. Δεν επιτρέπω σε κανένα να είναι διαμελισμένος».
*Από την βιογραφία Catch a Fire

Ο Μάρλεϊ μάλλον έβλεπε τους γιατρούς σαν απατεώνες. Πιστός στις θρησκευτικές του απόψεις απέρριψε κάθε χειρουργική πιθανότητα και έψαξε για εναλλακτικές λύσεις που δεν θα τις πρόδιδαν. Επίσης αρνήθηκε τη σύνταξη διαθήκης, βασιζόμενος στην άποψη των Ρασταφαριανών ότι η συγγραφή διαθήκης είναι η αποδοχή του αναπόφευκτου θανάτου, αμελώντας την αιώνια ζωή (“everliving”, κατά τους Ρασταφαριανούς). Ωστόσο, μια γιατρός στο Μαϊάμι του είπε πως δεν ήταν αναγκαίος ο ακρωτηριασμός. Έτσι προχώρησαν στην αφαίρεση ενός μικρού κομματιού απ’ το πόδι του.

Ο καρκίνος εξαπλώθηκε με μεταστάσεις στον εγκέφαλο, τους πνεύμονες, το ήπαρ (συκώτι) και στο στομάχι του Μάρλεϊ. Μετά την εμφάνιση του σε δύο σόου στο Madison Square Garden στα πλαίσια της φθινοπωρινής του περιοδείας (Uprising Tour), λιποθύμησε ενώ έκανε τζόκιν στο Σέντραλ Παρκ της Νέα Υόρκης. Το υπόλοιπο της περιοδείας του ακυρώθηκε διαδοχικά.

Ο Μπομπ Μάρλεϊ έπαιξε την τελευταία του συναυλία στο Stanley Theater στο Πίτσμπουργκ της Πενσυλβάνιας στις 23 Σεπτεμβρίου 1980. Η ζωντανή εκτέλεση του “Redemption Song” στο Songs of Freedom ηχογραφήθηκε σε εκείνο το σόου. Μετέπειτα ο Μάρλεϊ αναζήτησε βοήθεια από τον ειδικευμένο Γερμανό (από το Μόναχο) Josef Issels αλλά ο καρκίνος του είχε ήδη προχωρήσει στο τελικό του στάδιο.

Ο θάνατος και μεταθανάτια φήμη

Καθώς επέστρεφε από την Γερμανία στο σπίτι του στη Τζαμάικα για τις τελευταίες του μέρες, ο Μάρλεϊ χρειάστηκε να προσγειωθεί στο Μαϊάμι για άμεση ιατρική περίθαλψη. Πέθανε στο νοσοκομείο Cedars of Lebanon στο Μαιάμι της Φλόριντα το πρωί της 11ης Μαΐου 1981 σε ηλικία 36 χρονών. Η εξάπλωση του μελανώματος στους πνεύμονες και τον εγκέφαλο του προκάλεσε το θάνατο. Τα τελευταία του λόγια στον γιο του Ziggy ήταν «Money can’t buy life» («Τα λεφτά δεν αγοράζουν τη ζωή»). Έγινε δημόσια κηδεία στη Τζαμάικα, που συνδύαζε στοιχεία από την Αιθιοπική Ορθόδοξη Εκκλησία και την παράδοση του Ρασταφαριανισμού. Αποτεφρώθηκε κοντά στο πατρικό του μαζί με την κιθάρα του (Gibson Les Paul), μια ποδοσφαιρική μπάλα, ένα μεγάλο κλαδί κάνναβης, ένα δαχτυλίδι που φορούσε καθημερινά (δώρο του πρίγκιπα της Αιθιοπίας Asfa Wossen, μεγαλύτερου γιου του Χαϊλέ Σελασιέ Α’) και μια Βίβλο. Ένα μήνα πριν τον θάνατο του, έγινε μέλος του Τζαμαϊκανού Τιμητικού Τάγματος.

Η μουσική του Μπομπ Μάρλεϊ απέκτησε ολοένα και μεγαλύτερη δημοτικότητα μετά το θάνατό του. Παραμένει δημοφιλής και γνωστός ανά τον κόσμο, ιδιαιτέρως στην Αφρική. Ο Μάρλεϊ εντάχθηκε στο Rock and Roll Hall of Fame το 1994. Το περιοδικό Time επέλεξε το άλμπουμ Exodus ως το καλύτερο άλμπουμ του 20ου αιώνα.

Το 2001, τον χρόνο που κέρδισε το “Βραβεία Γκράμι για Συνολική Προσφορά”, ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του, το Rebel Music, προτάθηκε για το καλύτερο Μουσικό Ντοκιμαντέρ στα Grammys. Με την συμμετοχή της Rita, των Wailers, των παιδιών, των ερωμένων του, αλλά και πολλές φορές με τα ίδια του τα λόγια γίνεται η εξιστόρηση της ζωής του.

Το 2004 μια επανεκτέλεση του “Three Little Birds” από τους Ziggy Marley και Sean Paul χρησιμοποιήθηκε στην ταινία “Shark Tale” (Καρχαριομάχος).

Το καλοκαίρι του 2006 στη Νέα Υόρκη μετονομάστηκε ένα τμήμα της οδού “Church Avenue”, από την “Remsen Avenue” μέχρι την “East 98th Street” στο East Flatbush του Brooklyn σε “Bob Marley Blvd”.

Το 2007 στη ταινία “I Am Legend” (Ζωντανός Θρύλος) με πρωταγωνιστή τον Γουίλ Σμιθ που υποδύεται έναν επιζώντα από θανατηφόρο ιό που σχεδόν αφάνισε την ανθρωπότητα, ο χαρακτήρας του Will, Δρ. Robert Neville, κατονομάζει τον Μπομπ Μάρλεϊ ως την κύρια επιρροή στη φιλοσοφία της ζωής του. Ο σεβασμός του Neville προς τον Μάρλεϊ προέρχεται από την άποψη του πως την βία και τον ρατσισμό μπορείς να τα πολεμήσεις με μουσική και αγάπη. Ο Δρ. Robert Neville τραγουδά τους στίχους του “Three Little Birds” και “I Shot The Sheriff” στην ταινία, ενδιάμεσα ακούγεται το “Stir It Up” ενώ το “Redemption Song” χρησιμοποιήθηκε στους τίτλους τέλους.

Θρησκεία

H μητέρα του ανήκε στην Αιθιοπική Ορθόδοξη Εκκλησία. O Μάρλεϊ έγινε μέλος του Ρασταφαριανού κινήματος, η κουλτούρα του οποίου έχει αποτελέσει στοιχείο κλειδί για τη ρέγκε. Ανήκε στη ρασταφαριανή ομάδα «Δώδεκα φυλές του Ισραήλ» και ειδικότερα στη «Φυλή του Ιωσήφ» όπου ανήκαν όσα μέλη είχαν γεννηθεί το μήνα Φεβρουάριο και μάλιστα ο ίδιος έφερε το όνομα «Ιωσήφ» στα πλαίσια της ομάδας.

Ήταν ο πρώτος που κατάφερε να διαδώσει τη μουσική των Ρασταφαριανών από τις κοινωνικά αποξενωμένες περιοχές της Τζαμάικα στη διεθνή μουσική σκηνή. Σήμερα χαρακτηρίζεται ως ένας “Ράστα” θρύλος. Υιοθέτησε χαρακτηριστικά των Ρασταφαριανών όπως τα dreadlocks (είδος κόμμωσης), η χρήση κάνναβης σαν ιερό στοιχείο Θείας Ευχαριστίας και η διατροφή ital (από την αγγλική λέξη vital, φυσικές τροφές που δεν έχουν υποστεί χημική επεξεργασία), τα οποία έγιναν από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 αναπόσπαστο κομμάτι της προσωπικότητας του.

Πολλά τραγούδια του Μάρλεϊ κάνουν αναφορές στη Βίβλο, μερικές φορές μέσα από λογοπαίγνια που συγχώνευαν τον ακτιβισμό και τη θρησκεία, όπως το “Revolution” και “Reveletion”:

Η Αποκάλυψη αποκαλύπτει την αλήθεια…
Χρειάζεται επανάσταση για να βρεθεί λύση…

Στις 4 Νοεμβρίου 1980, οκτώ περίπου μήνες πριν το θάνατό του κι ενώ βρισκόταν στις ΗΠΑ, ο Μάρλεϊ βαπτίστηκε στην Αιθιοπική Ορθόδοξη Εκκλησία με το όνομα Μπερχανέ Σελασιέ (Berhane Selassie = “Φως της Τριάδας”) από τον αρχιεπίσκοπο της Αιθιοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Υποστηρίζεται ότι η μητέρα του, Σεντέλα Μπούκερ, τον πίεζε να βαπτιστεί, ενώ ο ίδιος αντιδρούσε όντας μέλος των Δώδεκα Φυλών, αλλά τελικά συμφώνησε υπό το φόβο του θανάτου και ως χάρη προς τη μητέρα του. Σύμφωνα με τον αρχιεπίσκοπο της Αιθιοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας Abuna Yesehaq, ο Μάρλεϊ εκκλησιαζόταν κι επιθυμούσε να βαπτιστεί για μεγάλο διάστημα πριν το κάνει τελικά.

Αρκετοί Ρασταφαριανοί δυσαρεστήθηκαν με τη δημοσιοποίηση της βάπτισης, που επήλθε με την κηδεία του, ενώ μέλη των «Δώδεκα Φυλών» θεώρησαν τη βάπτισή του ως προδοσία κατά του κινήματος Ρασταφάρι. Αντίθετα άλλοι συγγραφείς τη θεωρούν ως προσχώρηση σε ήδη υπάρχον κίνημα το οποίο διατηρούσε τις πολιτικές και κοινωνικές θέσεις και τα ιδιαίτερα πολιτιστικά χαρακτηριστικά των Ράστα, ενώ παράλληλα τιμούσε τον αυτοκράτορα χωρίς να τον λατρεύει.

Στο κίνημα αυτό ανήκαν και άλλα συγκροτήματα όπως οι Abyssinians, αλλά και τα περισσότερα μέλη της οικογένειας του Μάρλεϊ.

Η αγάπη του για το ποδόσφαιρο

Εκτός από τη ρέγκε η άλλη του μεγάλη αγάπη ήταν το ποδόσφαιρο. «Το ποδόσφαιρο είναι από μόνο του μία ολόκληρη δεξιοτεχνία. Ένας κόσμος. Μου αρέσει γιατί για να παίξεις, θα πρέπει να είσαι επιδέξιος. Ελευθερία! Το ποδόσφαιρο είναι ελευθερία», είχε πει το 1979.

Είχε εξαιρετική τεχνική κατάρτιση, εκνευριζόταν πολύ όταν έχανε και κάποιοι συμπαίκτες του υποστηρίζουν ότι «δεν έπρεπε να σου κάνει τάκλιν γιατί ήταν πολύ δυνατός». Ο καλύτερός του φίλος ονόματι Άλαν Κόουλ ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.

Η τρέλα του Μάρλεϊ για το ποδόσφαιρο ήταν τέτοια που κάποτε είχε ξοδέψει 1000 δολάρια σε ένα κατάστημα αθλητικών ειδών στο Ρίο. Συχνά συμμετείχε σε ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις με μουσικούς, δημοσιογράφου και επαγγελματίες παίκτες. Αγαπημένοι του ποδοσφαιριστές ήταν οι Πελέ, Οσβάλντο Άρντιλες και Ντιέγκο Μαραντόνα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

© 2024 instanews.gr | All Rights Reserved
Created by Netway
Exit mobile version