Σημαντικές απώλειες καταγράφει το Χρηματιστήριο Αθηνών από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή, με τη συνολική κεφαλαιοποίηση να μειώνεται κατά περίπου 17 δισ. ευρώ. Ο γενικός δείκτης παρουσιάζει υποχώρηση της τάξης του 11,12%, ενώ ο τραπεζικός δείκτης καταγράφει ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις, με απώλειες που ξεπερνούν το 14%, αντανακλώντας την αυξημένη αβεβαιότητα στις αγορές.
Επιλεκτικές αντοχές και έντονες πιέσεις σε βασικούς κλάδους
Παρά το αρνητικό κλίμα, ορισμένες μετοχές, κυρίως στον ενεργειακό τομέα, εμφανίζουν ανθεκτικότητα, επωφελούμενες από την άνοδο των τιμών ενέργειας. Αντίθετα, ισχυρές απώλειες καταγράφονται σε βιομηχανικές, τραπεζικές και τουριστικές επιχειρήσεις, οι οποίες επηρεάζονται άμεσα από το αυξημένο κόστος και την αβεβαιότητα. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι αγορές έχουν πλέον μετατοπίσει το ενδιαφέρον τους από την άμεση αντίδραση στα γεγονότα στην εκτίμηση της διάρκειας της κρίσης, στοιχείο που θα καθορίσει το βάθος των επιπτώσεων στην εφοδιαστική αλυσίδα, το ενεργειακό κόστος και τον πληθωρισμό.
Παράλληλα, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου επιβαρύνει χώρες όπως η Ελλάδα, που παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, επηρεάζοντας αρνητικά την αναπτυξιακή δυναμική. Ωστόσο, διεθνείς οίκοι αξιολόγησης εκτιμούν ότι η ελληνική οικονομία διατηρεί σημαντικές αντοχές, προβλέποντας θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα έτη, ενώ οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν ισχυρή κεφαλαιακή βάση και ικανοποιητική κερδοφορία. Το βασικό ζητούμενο για την πορεία της αγοράς παραμένει η εξέλιξη και η διάρκεια της γεωπολιτικής κρίσης, καθώς από αυτές θα εξαρτηθεί αν οι πιέσεις θα είναι προσωρινές ή θα αποκτήσουν πιο μόνιμο χαρακτήρα.