Αύξηση κατώτατου μισθού: Τι φτάνει στην τσέπη του εργαζόμενου, ποια είναι τα κέρδη του κράτους

Αλλάζει το δημόσιο - Πώς θα γίνονται οι προσλήψεις

Ποιοι θα δουν λίγα ευρώ παραπάνω και ποιοι μένουν πίσω

Από την 1η Απριλίου τίθεται σε ισχύ ο νέος κατώτατος μισθός στα 920 ευρώ μεικτά, αυξημένος κατά 40 ευρώ ή 4,55%, σε μια αλλαγή που επηρεάζει περίπου 700.000 εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα και συμπαρασύρει μια σειρά από αποδοχές, επιδόματα και μισθολογικές παρεμβάσεις στο Δημόσιο. Η κυβέρνηση παρουσιάζει την αύξηση ως ακόμη ένα βήμα ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος, με την υπουργό Εργασίας Νίκη Κεραμέως να μιλά για «τέσσερις έως έξι επιπλέον μισθούς τον χρόνο». Την ίδια ώρα, όμως, τα στοιχεία της μισθοδοσίας δείχνουν ότι η πραγματική ενίσχυση που φτάνει τελικά στον εργαζόμενο είναι αισθητά μικρότερη από την ονομαστική αύξηση, καθώς σημαντικό μέρος απορροφάται από εισφορές και φόρους. Μέσα σε ένα περιβάλλον ακρίβειας, υψηλού ενεργειακού κόστους και γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σύνθετη, αφού οι εργαζόμενοι ζητούν μεγαλύτερη στήριξη, οι επιχειρήσεις κάνουν λόγο για αυξανόμενο βάρος και το κράτος εμφανίζεται να αποκομίζει σημαντικά δημοσιονομικά οφέλη.

Κατώτατος μισθός: Τι φτάνει τελικά στον εργαζόμενο

Το βασικό ερώτημα για όσους αμείβονται με τις κατώτατες αποδοχές είναι πόσα περισσότερα χρήματα θα δουν στην πράξη. Με βάση τα παραδείγματα μισθοδοσίας, εργαζόμενος χωρίς προϋπηρεσία θα δει καθαρή αύξηση περίπου 27,7 ευρώ, ενώ το συνολικό κόστος για την επιχείρηση αυξάνεται κατά 48,7 ευρώ. Για εργαζόμενο με μία τριετία, η καθαρή αύξηση φτάνει περίπου τα 30 ευρώ και για εργαζόμενο με τρεις τριετίες περίπου τα 35 ευρώ, την ώρα που το κόστος για τον εργοδότη ανεβαίνει ακόμη περισσότερο. Από τα 40 ευρώ της αύξησης, το Δημόσιο απορροφά τα 21 ευρώ μέσω εισφορών και φόρων, καθώς περιλαμβάνονται 5,3 ευρώ εισφορές εργαζομένου, 8,72 ευρώ εισφορές εργοδότη και 6,93 ευρώ φόρος. Στην περίπτωση εργαζομένου με τρεις τριετίες, από τα 52 ευρώ της αύξησης τα 28,2 ευρώ κατευθύνονται και πάλι στο Δημόσιο. Το αποτέλεσμα είναι να ενισχύεται μεν το εισόδημα, αλλά όχι στον βαθμό που θα ανέμενε κανείς με μια πρώτη ματιά στα 920 ευρώ.

Κατώτατος μισθός: Οι τρεις ταχύτητες και οι ηλικιακές διαφορές

Η εικόνα διαφοροποιείται αισθητά ανάλογα με την ηλικία. Οι εργαζόμενοι έως 25 ετών εμφανίζονται να έχουν τη μεγαλύτερη καθαρή ενίσχυση, καθώς από την 1η Απριλίου η 8ωρη απασχόληση θα αμείβεται με 797 ευρώ καθαρά, έναντι 762 ευρώ που δίδονταν μέχρι σήμερα, με τη μηνιαία αύξηση να φτάνει τα 54 ευρώ, λόγω ευνοϊκών φορολογικών ρυθμίσεων και μηδενικής παρακράτησης φόρου. Στην ομάδα 26 έως 30 ετών, οι καθαρές αποδοχές διαμορφώνονται στα 781 ευρώ από 749 ευρώ σήμερα, με αύξηση 38 ευρώ, καθώς ισχύουν ευνοϊκότεροι φορολογικοί συντελεστές σε σχέση με τους άνω των 30 ετών. Για την πολυπληθέστερη κατηγορία, δηλαδή τους εργαζόμενους άνω των 30 ετών, ο νέος κατώτατος φτάνει στα 772 ευρώ καθαρά από 744 ευρώ, με την καθαρή αύξηση να κυμαίνεται περίπου από 29 έως 35 ευρώ, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση. Έτσι διαμορφώνεται ένα σύστημα τριών ταχυτήτων, που εξηγεί γιατί η ίδια ονομαστική αύξηση δεν μεταφράζεται σε ίδιο καθαρό όφελος για όλους.

Πέρα από τον ιδιωτικό τομέα, η αύξηση επηρεάζει και το Δημόσιο, όπου προβλέπεται οριζόντια αύξηση 40 ευρώ μεικτά τον μήνα. Το δημοσιονομικό κόστος για το 2026 εκτιμάται στα 358 εκατ. ευρώ, ενώ συνολικά, μαζί με άλλες παρεμβάσεις, οι αυξήσεις στις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων φτάνουν περίπου το ένα δισ. ευρώ για το 2026. Στα παραδείγματα που δόθηκαν, υπάλληλος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, χωρίς θέση ευθύνης, με δύο τέκνα και 20 χρόνια προϋπηρεσίας ανεβαίνει από τα 1.385 ευρώ καθαρά στα 1.410 ευρώ. Υπάλληλος 25 ετών χωρίς τέκνα και χωρίς προϋπηρεσία ανεβαίνει από τα 927 στα 958 ευρώ καθαρά. Προϊστάμενος τμήματος με 20 χρόνια προϋπηρεσίας φτάνει από τα 1.485 στα 1.508 ευρώ, ενώ διευθυντής με 30 χρόνια προϋπηρεσίας από τα 1.767 στα 1.790 ευρώ. Την ίδια στιγμή αυξάνονται και επιδόματα όπως το επίδομα ανεργίας, που διαμορφώνεται στα 540 ευρώ από 509 ευρώ. Ειδική αναφορά γίνεται και στο Δώρο Πάσχα, το οποίο, αν και θα καταβληθεί τον Απρίλιο, θα υπολογιστεί με βάση τις αποδοχές της 28ης Μαρτίου 2026, δηλαδή με τον παλιό κατώτατο μισθό των 880 ευρώ. Οι αντιδράσεις παραμένουν έντονες, με τη ΓΣΕΕ να υποστηρίζει ότι «μια τέτοια περιορισμένη αύξηση δεν μπορεί να αντισταθμίσει την υποχώρηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης», ενώ οι εργοδοτικοί φορείς ζητούν μείωση του μη μισθολογικού κόστους και επιστροφή του καθορισμού του κατώτατου μισθού στις συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Τελευταίες Ειδήσεις