Ρεύμα και βιομηχανία: Έρχεται πιο δυνατό πακέτο στήριξης με φόντο την ενεργειακή ασφυξία

reuma-timologia

Στήριξη-ανάσα για τις επιχειρήσεις: Τι αλλάζει στις αποζημιώσεις CO2 και ποιοι κερδίζουν

Στην τελική ευθεία φαίνεται πως μπαίνει η κυβερνητική παρέμβαση για τη στήριξη των ενεργοβόρων βιομηχανιών, με το αρμόδιο επιτελείο να προετοιμάζει ένα ενισχυμένο πακέτο μέτρων απέναντι στο υψηλό κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας που συνεχίζει να πιέζει ασφυκτικά τις παραγωγικές επιχειρήσεις. Η βασική στόχευση είναι να δοθεί ουσιαστική ανάσα στη βιομηχανία σε μια περίοδο κατά την οποία το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να λειτουργεί ως σοβαρό εμπόδιο για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής. Η νέα διεθνής αστάθεια και η άνοδος των ενεργειακών τιμών λόγω της σύρραξης στη Μέση Ανατολή καθιστούν ακόμη πιο επείγουσα την ανάγκη για παρέμβαση, όμως η αλήθεια είναι ότι η ελληνική βιομηχανία είχε ήδη βρεθεί εδώ και καιρό αντιμέτωπη με ένα πολύ δύσκολο περιβάλλον. Γι’ αυτό και τα μέτρα δεν σχεδιάστηκαν ως έκτακτη απάντηση μόνο στη νέα κρίση, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης αναζήτησης εργαλείων που θα ενισχύσουν την εξωστρέφεια και θα περιορίσουν τη διαρκή πίεση που δέχονται οι επιχειρήσεις από το κόστος ρεύματος.

Ο μηχανισμός αντιστάθμισης και η ενίσχυση στις αποζημιώσεις CO2

Στο κέντρο του πακέτου βρίσκεται η αύξηση των αποζημιώσεων που λαμβάνουν οι επιχειρήσεις για το κόστος CO2 μέσω του μηχανισμού αντιστάθμισης. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η ελληνική πλευρά έχει ήδη εξασφαλίσει τη συναίνεση των Βρυξελλών ώστε να αναθεωρηθούν προς τα πάνω οι αποζημιώσεις, με βασικό εργαλείο την ενίσχυση του συντελεστή εκπομπών CO2. Ο συντελεστής αυτός φαίνεται πως θα κινείται πάνω από 0,8 τόνους CO2 ανά Μεγαβατώρα και πιθανότατα κοντά στο 0,85, κάτι που σημαίνει πως τα ποσά που θα λαμβάνουν οι ελληνικές ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα αυξηθούν αισθητά. Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερο οικονομικό βάρος, καθώς θα αντισταθμίσει μέρος του ενεργειακού κόστους που επιβαρύνεται από το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων, βελτιώνοντας τη θέση των εγχώριων βιομηχανιών σε ένα εξαιρετικά απαιτητικό περιβάλλον. Μάλιστα, οι διαβουλεύσεις δεν θεωρούνται ακόμη απολύτως κλειστές, καθώς η κυβέρνηση συνεχίζει τις επαφές με τις ευρωπαϊκές αρχές, επιδιώκοντας ακόμη μεγαλύτερη ενίσχυση.

Η σημασία αυτής της εξέλιξης γίνεται ακόμη πιο καθαρή αν ληφθεί υπόψη ότι το αρχικό ενδεχόμενο δεν ήταν αύξηση, αλλά αντίθετα ένα σημαντικό «κούρεμα» στις αποζημιώσεις. Με βάση τις νέες κατευθυντήριες γραμμές, ο συντελεστής εκπομπών CO2 για την Ελλάδα προβλεπόταν να υποχωρήσει σταδιακά από 0,73 τόνους CO2/MWh το 2025 σε περίπου 0,57 τόνους CO2/MWh έως το 2030, ως αποτέλεσμα της απολιγνιτοποίησης. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε ετήσιες απώλειες περίπου 17 εκατ. ευρώ για την επόμενη πενταετία. Η παρέμβαση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ωστόσο, άλλαξε την εικόνα. Το επιχείρημα που προβλήθηκε στις Βρυξέλλες ήταν ότι η ελληνική αγορά είναι ισχυρά συζευγμένη με ηλεκτρικά συστήματα γειτονικών χωρών, όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία, τα οποία παραμένουν πολύ πιο ρυπογόνα λόγω παλαιών ανθρακικών μονάδων. Έτσι, οι ελληνικές βιομηχανίες επιβαρύνονται και από ένα εξωγενές κόστος CO2 μέσω εισαγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, στοιχείο που τελικά βρήκε ευήκοα ώτα στην ευρωπαϊκή πλευρά.

Οι υπόλοιπες παρεμβάσεις και το συνολικό πακέτο για τη βιομηχανία

Πέρα από τον μηχανισμό αντιστάθμισης, το υπό διαμόρφωση πακέτο θα περιλαμβάνει και το νέο σχήμα κρατικών ενισχύσεων ύψους 400 εκατ. ευρώ, το οποίο εγκρίθηκε πρόσφατα στο πλαίσιο του CISAF. Το πρόγραμμα αυτό προβλέπει επιδοτήσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις για επενδύσεις που ενισχύουν την παραγωγή σε τομείς καθαρών τεχνολογιών, δίνοντας ώθηση σε projects που θεωρούνται κρίσιμα για τη βιομηχανική μετάβαση. Μεταξύ των επενδύσεων που εκτιμάται ότι θα ωφεληθούν συγκαταλέγεται το σχέδιο της Metlen για παραγωγή γαλλίου, αλλά και τα έργα δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα από τις τσιμεντοβιομηχανίες ΤΙΤΑΝ και ΑΓΕΤ Ηρακλής. Η αναφορά σε αυτά τα έργα έχει ξεχωριστή σημασία, καθώς ο κλάδος του τσιμέντου δεν εντάσσεται στον μηχανισμό αντιστάθμισης και άρα δεν ωφελείται από την αύξηση των αποζημιώσεων για το CO2. Συνεπώς, τα πρόσθετα εργαλεία χρηματοδότησης αποκτούν για τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις ακόμη μεγαλύτερη αξία.

Το πακέτο αναμένεται να συμπληρωθεί και από ένα ακόμη χρηματοδοτικό εργαλείο, ύψους περίπου 200 εκατ. ευρώ, μέσω του Ταμείου Εκσυγχρονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι πόροι αυτοί θα κατευθυνθούν σε δράσεις ενεργειακής εξοικονόμησης και βελτίωσης της αποδοτικότητας, με στόχο όχι μόνο τη μείωση του άμεσου ενεργειακού κόστους αλλά και τη συνολική ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας. Η επίσημη ανακοίνωση των μέτρων μετατίθεται για λίγες ημέρες, καθώς οι συζητήσεις συνεχίζονται, όμως δεν αναμένεται να ξεπεράσει τις αρχές Απριλίου. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει ένα πιο πυκνό πλέγμα προστασίας για τη βιομηχανία, σε μια περίοδο όπου το κόστος ενέργειας δεν είναι απλώς ένα πρόσκαιρο πρόβλημα, αλλά ένας από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες για την επιβίωση, την ανταγωνιστικότητα και την αναπτυξιακή προοπτική της ελληνικής παραγωγής.

 

Τελευταίες Ειδήσεις