
Το ΔΝΤ μπορεί να αναγνωρίζει τη βελτίωση της ελληνικής οικονομίας, όμως δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν θεωρεί «κλεισμένα» τα ανοιχτά φορολογικά μέτωπα
Νέα συζήτηση για τη φορολογία, τα εισοδήματα και τις φοροαπαλλαγές ανοίγει η παρέμβαση του ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία, καθώς, παρότι το Ταμείο αναγνωρίζει τη συνολική βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, επαναφέρει στο προσκήνιο δύο ιδιαίτερα «ευαίσθητα» μέτωπα: την τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και την επανεξέταση των φοροαπαλλαγών.
Σύμφωνα με το iefimerida.gr, το ΔΝΤ ζητά ουσιαστικά έναν πιο σταθερό και κανόνων-βασισμένο μηχανισμό προσαρμογής της φορολογίας, ώστε ο πληθωρισμός να μην απομειώνει το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών μέσω της λεγόμενης φορολογικής διάβρωσης.
Στα συμπεράσματά του για τα δημοσιονομικά της Ελλάδας, το Ταμείο επισημαίνει ότι ένα διαφανές σύστημα περιοδικής αναπροσαρμογής των φορολογικών κλιμακίων, των πιστώσεων και των ορίων του φόρου εισοδήματος θα μπορούσε να αποτρέψει τη διόγκωση των κλιμακίων και να προστατεύσει καλύτερα τα πραγματικά εισοδήματα. Με απλά λόγια, το ΔΝΤ επαναφέρει την ιδέα η φορολογική κλίμακα να μεταβάλλεται ανάλογα με τον πληθωρισμό, ώστε οι ονομαστικές αυξήσεις αποδοχών να μην οδηγούν αυτόματα και σε μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση.
Το σενάριο αυτό είχε εξεταστεί και στο οικονομικό επιτελείο το προηγούμενο διάστημα, ωστόσο τελικά επιλέχθηκε άλλος δρόμος. Από τις αρχές του 2026 τέθηκε σε εφαρμογή πακέτο παρεμβάσεων με μειώσεις συντελεστών για τα μικρομεσαία εισοδήματα, ειδικό μπόνους για οικογένειες με παιδιά, εκπτώσεις και πλήρεις φοροαπαλλαγές για νέους, αλλά και ελαφρύνσεις για εισοδήματα από 40.000 έως 60.000 ευρώ. Πρόκειται για παρέμβαση με σημαντικό δημοσιονομικό αποτύπωμα, καθώς το κόστος της υπολογίζεται σε 1,2 δισ. ευρώ για το 2026 και σε 1,6 δισ. ευρώ για το 2027.
Στο ίδιο μήκος κύματος είχε κινηθεί και η Τράπεζα της Ελλάδος ήδη από το περασμένο καλοκαίρι, όταν είχε προειδοποιήσει για το φαινόμενο της φορολογικής διάβρωσης. Η κεντρική τράπεζα είχε τονίσει ότι οι μισθολογικές αυξήσεις που δίνονται λόγω πληθωρισμού οδηγούν σε μεγαλύτερη φορολόγηση χωρίς αντίστοιχη βελτίωση της πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας. Γι’ αυτό και είχε εισηγηθεί αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων με βάση τον δείκτη τιμών καταναλωτή, προκειμένου να περιοριστούν οι στρεβλώσεις και να ενισχυθεί η δικαιότερη φορολογική μεταχείριση.
Ακόμη πιο επιθετική είναι η προσέγγιση του ΚΕΦΙΜ, το οποίο συνδέει το πρόβλημα με τη συνολική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας. Παρά τις μειώσεις ονομαστικών φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών μετά το 2019, επισημαίνεται ότι η πραγματική επιβάρυνση παραμένει υψηλή, ακριβώς επειδή ο πληθωρισμός και η μη τιμαριθμοποίηση της κλίμακας ακυρώνουν μέρος των ελαφρύνσεων. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται ακόμη και αναλογική φορολογία ή τουλάχιστον σαφής μείωση της προοδευτικότητας της κλίμακας, με το επιχείρημα ότι το σημερινό σύστημα λειτουργεί αποτρεπτικά για την προσέλκυση εξειδικευμένων στελεχών και επιβαρύνει το ήδη υπαρκτό πρόβλημα διαρροής ανθρώπινου δυναμικού.
Ωστόσο, το ΔΝΤ δεν περιορίζεται μόνο στη δομή της φορολογικής κλίμακας. Στο μικροσκόπιο βάζει και το ευρύ πλέγμα φοροαπαλλαγών, ένα πεδίο που είχε βρεθεί πολλές φορές στο επίκεντρο των μνημονιακών παρεμβάσεων. Όπως σημειώνει, η θέσπιση ενός συστηματικού και πολυετούς πλαισίου αξιολόγησης των φορολογικών δαπανών θα μπορούσε να βοηθήσει στον εντοπισμό και στη σταδιακή κατάργηση μέτρων που θεωρούνται είτε οπισθοδρομικά είτε αναποτελεσματικά.
Αντίστοιχες επισημάνσεις έχει διατυπώσει και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία ζητά εδώ και καιρό επανεξέταση των φοροαπαλλαγών με στόχο τον εξορθολογισμό τους και την καλύτερη στόχευση των πόρων προς όσους έχουν πραγματικά ανάγκη. Στο κυβερνητικό πεδίο, τα συναρμόδια υπουργεία φαίνεται να ακολουθούν πιο συγκρατημένη γραμμή, προχωρώντας πρώτα σε χαρτογράφηση των κοινωνικών επιδομάτων, ώστε να αποτυπωθεί με σαφήνεια πόσοι λαμβάνουν τι και με ποια κριτήρια.
Τα στοιχεία του προϋπολογισμού δείχνουν, πάντως, ότι το θέμα έχει ήδη πάρει μεγάλες διαστάσεις. Στην ειδική έκθεση για τις φορολογικές δαπάνες καταγράφεται ότι το 2025 οι φοροαπαλλαγές αυξήθηκαν κατά 120 περιπτώσεις, φτάνοντας συνολικά τις 1.236 από 1.116 την προηγούμενη χρονιά. Παράλληλα, το συνολικό τους κόστος εκτινάχθηκε στα 22,8 δισ. ευρώ από 18,82 δισ. ευρώ, δηλαδή αυξήθηκε κατά περίπου 4 δισ. ευρώ. Το μεγαλύτερο βάρος εντοπίζεται στις απαλλαγές που σχετίζονται με τη φορολογία κεφαλαίου, όπως ο ΕΦΑ, ο φόρος μεταβίβασης, οι γονικές παροχές, οι δωρεές, οι κληρονομιές και ο ΕΝΦΙΑ, με το σχετικό ποσό να διαμορφώνεται στα 9,069 δισ. ευρώ.
Τελευταίες Ειδήσεις
- Η μεταγραφή που ενισχύει κι άλλο τον Τσίπρα και το ΕΛ.Α.Σ.
- Κατρακύλα για τη ΝΔ: Δημοσκόπηση τη φέρνει κάτω από το όριο του 25%
- Καρυστιανού πάνω από Μητσοτάκη και Τσίπρα – Η κορυφή που ούτε η ίδια περίμενε