Γιατί οι δισεκατομμυριούχοι δανείζονται για βίλες εκατομμυρίων: Το παιχνίδι με ρευστότητα, φόρους και αποδόσεις

elon-musk

Ο Μασκ, ο Ζάκερμπεργκ και άλλοι υπερπλούσιοι δεν βάζουν στεγαστικά επειδή δεν μπορούν να πληρώσουν, αλλά επειδή το δάνειο συχνά τους συμφέρει περισσότερο από την πληρωμή μετρητοίς.

Η ιδέα ότι ένας δισεκατομμυριούχος θα ζητήσει στεγαστικό δάνειο για μια έπαυλη αξίας δεκάδων εκατομμυρίων μοιάζει σχεδόν προκλητική για τον μέσο πολίτη. Κι όμως, αυτό συμβαίνει πολύ πιο συχνά απ’ όσο φαντάζεται κανείς. Ο Έλον Μασκ, σύμφωνα με το Fortune που επικαλέστηκε παλαιότερο ρεπορτάζ των Los Angeles Times, είχε εξασφαλίσει στεγαστικά ύψους 61 εκατ. δολαρίων από τη Morgan Stanley για πέντε ακίνητα στην Καλιφόρνια. Ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ είχε γίνει γνωστός για ένα στεγαστικό 30 ετών με αρχικό επιτόκιο μόλις 1,05% για το σπίτι του στο Palo Alto. Αυτές οι κινήσεις δεν είναι παράδοξες για τον κόσμο του μεγάλου πλούτου. Αντίθετα, θεωρούνται συχνά έξυπνη αξιοποίηση του δανεισμού. Γιατί στον κόσμο των πάμπλουτων το ερώτημα δεν είναι αν έχουν τα χρήματα, αλλά αν αξίζει να τα «κλειδώσουν» μέσα σε ένα ακίνητο αντί να τα αφήσουν να παράγουν περισσότερο πλούτο αλλού.

Η πρώτη απάντηση βρίσκεται στη διαφορά ανάμεσα στην καθαρή περιουσία και στη ρευστότητα. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει περιουσία εκατοντάδων δισεκατομμυρίων, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της να είναι δεσμευμένο σε μετοχές ή συμμετοχές σε επιχειρήσεις. Αυτή η περιουσία υπάρχει, αλλά δεν είναι μετρητό που κάθεται αδρανές σε τράπεζα. Για να πληρώσει κάποιος μετρητοίς μια έπαυλη, συνήθως πρέπει να αποδεσμεύσει κεφάλαιο. Αυτό μπορεί να σημαίνει πώληση μετοχών, ρευστοποίηση θέσεων ή αλλαγή σε ολόκληρη την κατανομή του χαρτοφυλακίου. Για έναν υπερπλούσιο, αυτό συχνά δεν είναι η πιο έξυπνη επιλογή. Αντί να αποεπενδύσει, προτιμά να δανειστεί, να κρατήσει το χαρτοφυλάκιό του σε λειτουργία και να εξασφαλίσει ταυτόχρονα το ακίνητο που θέλει.

Το δεύτερο στοιχείο είναι η απόδοση. Αν το δάνειο κοστίζει λιγότερο από όσο εκτιμά ο δανειολήπτης ότι μπορεί να αποδώσουν οι επενδύσεις του, τότε οικονομικά έχει νόημα να χρηματοδοτήσει την αγορά με δανεισμό. Στα χρόνια των πολύ χαμηλών επιτοκίων, αυτή η στρατηγική ήταν εξαιρετικά ελκυστική. Ο Ζάκερμπεργκ, για παράδειγμα, με δάνειο 1,05% είχε τόσο χαμηλό κόστος χρήματος ώστε δεν υπήρχε προφανής λόγος να δεσμεύσει άμεσα σχεδόν 6 εκατ. δολάρια σε ένα μόνο περιουσιακό στοιχείο. Όταν κάποιος έχει πρόσβαση σε φθηνό χρήμα και παράλληλα μπορεί να τοποθετεί το κεφάλαιό του σε εταιρείες, μετοχές ή άλλα assets με υψηλότερη αναμενόμενη απόδοση, το δάνειο μετατρέπεται από αναγκαστική λύση σε στρατηγική επιλογή.

Το τρίτο μεγάλο κίνητρο είναι οι φόροι. Αν ο υπερπλούσιος χρειάζεται μετρητά και τα εξασφαλίσει πουλώντας μετοχές ή άλλες επενδύσεις, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με φόρο κεφαλαιουχικών κερδών. Αντίθετα, ένα δάνειο δεν είναι φορολογητέο εισόδημα. Έτσι μπορεί να αποκτήσει ρευστότητα χωρίς να προκαλέσει άμεσα φορολογικό γεγονός. Εδώ μπαίνει και η πρακτική του δανεισμού με εξασφάλιση τίτλων, την οποία περιγράφουν ανοιχτά μεγάλες τράπεζες. Η J.P. Morgan σημειώνει ότι μια securities-backed line of credit ή portfolio line of credit δίνει πρόσβαση σε κεφάλαιο χωρίς να χρειάζεται να πουληθούν επενδύσεις, άρα χωρίς να διαταραχθεί η στρατηγική του χαρτοφυλακίου και χωρίς να προκύψουν φόροι από πωλήσεις τίτλων. Αυτό είναι τεράστιο πλεονέκτημα για ανθρώπους που έχουν τον πλούτο τους «κλειδωμένο» σε assets τα οποία δεν θέλουν να αγγίξουν.

Υπάρχει και ένα ακόμη πρακτικό επίπεδο. Το δάνειο προσφέρει ευελιξία. Ένας δισεκατομμυριούχος μπορεί να έχει μπροστά του πολλές διαφορετικές επιλογές: νέες επενδύσεις, εξαγορές, ιδιωτικές τοποθετήσεις, κάλυψη άλλων δανειακών κινήσεων ή ακόμη και ανάγκη να μη στείλει μήνυμα στην αγορά ότι πουλά σημαντικό πακέτο μετοχών. Άρα η απόφαση να βάλει στεγαστικό για μια πολυτελή κατοικία δεν είναι μόνο μαθηματική. Είναι και ζήτημα ελέγχου, χρονισμού και στρατηγικής. Το σπίτι, ακόμη και αν είναι υπερπολυτελές, δεν παύει να είναι μία μόνο χρήση κεφαλαίου μέσα σε μια τεράστια οικονομική μηχανή. Για έναν τόσο πλούσιο αγοραστή, το να κρατήσει επιλογές ανοιχτές μπορεί να αξίζει περισσότερο από το να μπορεί να πει ότι αγόρασε το ακίνητο «cash».

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ο μέσος πολίτης πρέπει να αντιγράψει μηχανικά τέτοιες πρακτικές. Οι υπερπλούσιοι έχουν πρόσβαση σε επιτόκια, δομές δανεισμού, φορολογικό σχεδιασμό και τραπεζικές υπηρεσίες που δεν είναι διαθέσιμες στον απλό δανειολήπτη. Ωστόσο, η βασική λογική είναι χρήσιμη για να γίνει κατανοητό πώς σκέφτεται ο μεγάλος πλούτος. Δεν σκέφτεται με όρους «έχω τα λεφτά, άρα πληρώνω». Σκέφτεται με όρους «πού αποδίδει καλύτερα κάθε ευρώ μου και πώς μπορώ να χρησιμοποιήσω το χρέος υπέρ μου». Γι’ αυτό και άνθρωποι όπως ο Μασκ και ο Ζάκερμπεργκ δεν ντρέπονται καθόλου να βάζουν στεγαστικά για σπίτια που θα μπορούσαν να αγοράσουν με ένα μικρό κλάσμα της περιουσίας τους. Το δάνειο, για αυτούς, δεν είναι αδυναμία. Είναι στρατηγικό εργαλείο.

Τελευταίες Ειδήσεις