Μεγάλη απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ: Δεν φτάνουν οι υποψίες για να πάρει η αστυνομία αποτυπώματα και φωτογραφίες

Μεγάλη απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ: Δεν φτάνουν οι υποψίες για να πάρει η αστυνομία αποτυπώματα και φωτογραφίες

Το ανώτατο δικαιοδοτικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ξεκαθάρισε ότι η συλλογή βιομετρικών δεδομένων επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση απόλυτης ανάγκης και όχι ως αυτόματη πρακτική.

 

 

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έβαλε σαφές φρένο στη συστηματική συλλογή βιομετρικών δεδομένων από αστυνομικές αρχές, ξεκαθαρίζοντας ότι η απλή ύπαρξη βάσιμων υπονοιών για τέλεση ποινικού αδικήματος δεν αρκεί από μόνη της για να δικαιολογήσει τη λήψη φωτογραφιών και δακτυλικών αποτυπωμάτων. Με την απόφασή του, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι τέτοια δεδομένα είναι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και άρα προστατεύονται αυστηρά από το ενωσιακό δίκαιο. Για να μπορεί μια αστυνομική αρχή να τα συλλέγει στο πλαίσιο ποινικής έρευνας, πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχει απόλυτη ανάγκη και να αιτιολογήσει το μέτρο με τρόπο που να δίνει στον πολίτη τη δυνατότητα να καταλάβει γιατί αποφασίστηκε και να το αμφισβητήσει. Η κρίση αυτή βασίζεται στην Οδηγία 2016/680, η οποία ρυθμίζει την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από αστυνομικές και δικαστικές αρχές για σκοπούς ποινικής δικαιοσύνης.

Η υπόθεση που οδήγησε στην απόφαση ξεκίνησε στη Γαλλία. Ένας άνδρας συνελήφθη στο Παρίσι τον Μάιο του 2020 για οργάνωση μη γνωστοποιημένης διαδήλωσης και εξέγερση. Κατά την προσωρινή κράτησή του αρνήθηκε να υποβληθεί στη λήψη φωτογραφιών και αποτυπωμάτων. Η άρνησή του αυτή οδήγησε τελικά σε καταδίκη του, παρότι αργότερα αθωώθηκε για το αδίκημα για το οποίο είχε αρχικά τεθεί υπό υποψία. Το εφετείο του Παρισιού ζήτησε από το Δικαστήριο της ΕΕ να διευκρινίσει αν είναι συμβατή με το ενωσιακό δίκαιο μια εθνική νομοθεσία που επιτρέπει τη σχεδόν αυτόματη λήψη βιομετρικών στοιχείων από κάθε ύποπτο, χωρίς οι αρμόδιες αρχές να είναι υποχρεωμένες να εξηγούν γιατί το μέτρο είναι αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Με αυτή την αφετηρία, το Δικαστήριο κλήθηκε να τοποθετηθεί για ένα ζήτημα που αφορά θεμελιώδη δικαιώματα σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η απάντηση του Δικαστηρίου ήταν κατηγορηματική. Υπενθύμισε ότι τα βιομετρικά δεδομένα ανήκουν σε ειδική και αυστηρά προστατευόμενη κατηγορία προσωπικών δεδομένων και ότι η επεξεργασία τους επιτρέπεται μόνο υπό εξαιρετικές προϋποθέσεις. Ειδικότερα, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η απαίτηση της «απόλυτης ανάγκης» δεν είναι μια γενική και αφηρημένη αναφορά, αλλά συγκεκριμένο νομικό φίλτρο που αποκλείει τη συστηματική ή αδιάκριτη συλλογή τέτοιων στοιχείων. Αυτό σημαίνει ότι η αστυνομία δεν μπορεί να λειτουργεί με τη λογική ότι κάθε ύποπτος πρέπει αυτομάτως να δίνει αποτυπώματα και να φωτογραφίζεται. Αντιθέτως, κάθε μέτρο πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένο σκοπό, να συνδέεται με τις ανάγκες της ποινικής έρευνας και να μπορεί να εξηγηθεί εξατομικευμένα.

Ιδιαίτερο βάρος έδωσε το Δικαστήριο και στην υποχρέωση αιτιολόγησης. Δεν αρκεί για την αρχή να επικαλείται γενικά την έρευνα ή την ταυτοποίηση. Οφείλει να παρέχει σαφή, έστω και σύντομη, αιτιολογία για το γιατί η λήψη αυτών των βιομετρικών στοιχείων είναι απαραίτητη στην εκάστοτε υπόθεση. Αυτή η αιτιολογία είναι κρίσιμη, γιατί μόνο έτσι ο πολίτης μπορεί να ασκήσει ουσιαστικό έλεγχο και να προσφύγει κατά του μέτρου. Το Δικαστήριο μάλιστα υπογράμμισε ότι η απαίτηση αυτή δεν αποτελεί υπέρμετρο βάρος για τις αρχές, αλλά ελάχιστη εγγύηση προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του ενδιαφερόμενου προσώπου. Με αυτόν τον τρόπο, η ευρωπαϊκή νομολογία δείχνει καθαρά πως η αστυνομική αποτελεσματικότητα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον σεβασμό του κράτους δικαίου.

Επιπλέον, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι μια εθνική ρύθμιση που θα προέβλεπε συστηματική συλλογή φωτογραφιών και αποτυπωμάτων χωρίς δυνατότητα κατά περίπτωση εκτίμησης της αναγκαιότητας από την αρμόδια αρχή θα ήταν αντίθετη στο δίκαιο της Ένωσης. Η επισήμανση αυτή έχει ξεχωριστή σημασία, γιατί δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη γαλλική υπόθεση, αλλά αφορά συνολικά τη νομοθετική και διοικητική πρακτική των κρατών μελών. Το μήνυμα προς τις κυβερνήσεις είναι σαφές: δεν επιτρέπεται να θεσπίζονται κανόνες που οδηγούν σε γενική, αδιάκριτη και σχεδόν μηχανική συλλογή βιομετρικών δεδομένων στο όνομα της ποινικής έρευνας. Το εθνικό δίκαιο πρέπει να προβλέπει σαφείς σκοπούς, περιορισμούς και ουσιαστική δυνατότητα αξιολόγησης της ανάγκης σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση.

Τέλος, το Δικαστήριο ασχολήθηκε και με το ερώτημα αν μπορεί κάποιος να τιμωρηθεί επειδή αρνήθηκε να υποβληθεί στη διαδικασία λήψης βιομετρικών στοιχείων. Και εδώ η προσέγγιση ήταν προσεκτική. Το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια κύρωση δεν είναι αυτομάτως ασύμβατη με το ενωσιακό δίκαιο, αλλά η νομιμότητά της εξαρτάται από ένα βασικό στοιχείο: αν η ίδια η συλλογή ήταν πράγματι νόμιμη και ανταποκρινόταν στην απαίτηση της απόλυτης ανάγκης. Αν όχι, τότε δεν μπορεί να στηριχθεί έγκυρα πάνω της και η κύρωση. Ακόμη όμως και όταν το αρχικό μέτρο είναι νόμιμο, κάθε κύρωση πρέπει να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας, όπως προβλέπει ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Με αυτή την απόφαση, το Δικαστήριο στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς όλες τις εθνικές αρχές: η προστασία των πολιτών απέναντι στην υπέρμετρη συλλογή ευαίσθητων δεδομένων δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια, αλλά κεντρική υποχρέωση της ευρωπαϊκής έννομης τάξης.

 

Τελευταίες Ειδήσεις