
Οι μεγάλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν πείθονται από τη γραμμή ΗΠΑ και Ισραήλ για το Ορμούζ, απορρίπτουν τη στρατιωτική εμπλοκή και βλέπουν μπροστά τους τον κίνδυνο ενεργειακού, μεταναστευτικού και γεωπολιτικού χάους.
Η απόρριψη της πίεσης Τραμπ από τις βασικές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για συμμετοχή στις επιχειρήσεις γύρω από το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι μια ακόμα διπλωματική διαφωνία. Είναι ένα ηχηρό σημάδι ότι η Ευρώπη δεν εμπιστεύεται ούτε τη στρατηγική ούτε τους τελικούς στόχους των ΗΠΑ και του Ισραήλ στη συγκεκριμένη σύγκρουση. Για το Βερολίνο, το Παρίσι, τη Μαδρίτη και σε πιο επιφυλακτικό βαθμό το Λονδίνο, το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν πρέπει να διαφυλαχθεί η ελευθερία της ναυσιπλοΐας ή να περιοριστεί η απειλή από το Ιράν. Είναι αν η συμμετοχή σε αυτή τη φάση σημαίνει εμπλοκή σε έναν πόλεμο που δεν έχει σαφή πολιτική κατεύθυνση, δεν έχει καθορισμένο τέλος και μπορεί να εξελιχθεί σε πολύ ευρύτερη περιφερειακή και παγκόσμια κρίση. Το Reuters κατέγραψε με σαφήνεια ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες απέρριψαν τη συμμετοχή τους σε στρατιωτικές επιχειρήσεις ΗΠΑ και Ισραήλ, ακριβώς επειδή ανησυχούν μήπως παρασυρθούν σε μια αναμέτρηση που δεν κατανοούν πλήρως και δεν θεωρούν δική τους επιλογή.
Η Γερμανία υπήρξε ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της νέας ευρωπαϊκής ωμότητας. Ο Φρίντριχ Μερτς, απευθυνόμενος στο εσωτερικό του ακροατήριο αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη, ουσιαστικά αμφισβήτησε ανοιχτά τη λογική της επιχείρησης, επισημαίνοντας ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχει πειστικό σχέδιο επιτυχίας και ότι η Ουάσινγκτον δεν συμβουλεύτηκε σοβαρά τους Ευρωπαίους συμμάχους της. Το μήνυμα ήταν διπλό. Πρώτον, ότι η Γερμανία δεν θεωρεί υποχρέωσή της να στοιχηθεί πίσω από μια αμερικανική πρωτοβουλία μόνο και μόνο επειδή προέρχεται από τις ΗΠΑ. Δεύτερον, ότι η εμπλοκή σε στρατιωτική δράση χωρίς καθαρή στρατηγική στόχευση είναι πολιτικά αδικαιολόγητη. Ακόμη πιο εύγλωττη ήταν η τοποθέτηση του Μπόρις Πιστόριους, ο οποίος είπε ξεκάθαρα πως «αυτός δεν είναι ο πόλεμός μας». Αυτή η φράση δεν αφορά μόνο τη Γερμανία. Αποτυπώνει την αίσθηση σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης ότι οι κυβερνήσεις τους δεν πρέπει να πληρώσουν το κόστος ενός πολέμου τον οποίο δεν αποφάσισαν και που μπορεί να μετατραπεί σε στρατηγική παγίδα.
Η Γαλλία κινείται στην ίδια ρότα, με τον Εμανουέλ Μακρόν να ξεκαθαρίζει ότι η χώρα του δεν συμμετέχει στη σύγκρουση. Η γαλλική στάση δείχνει πως το ζήτημα δεν είναι απλώς γερμανική επιφυλακτικότητα, αλλά ευρύτερη ευρωπαϊκή επιλογή. Παράλληλα, το Associated Press περιέγραψε ένα ευρωπαϊκό σκηνικό έντονης ανησυχίας για το ενεργειακό κόστος της κρίσης, με τους ηγέτες της ΕΕ να προσπαθούν να ανακόψουν τις επιπτώσεις από την εκτίναξη στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η Ευρώπη βλέπει καθαρά ότι μια παρατεταμένη αναταραχή στο Ορμούζ θα μεταφερθεί πολύ γρήγορα στα νοικοκυριά, στη βιομηχανία, στις μεταφορές και συνολικά στην ανταγωνιστικότητα των οικονομιών της. Έτσι, όσο ο Τραμπ αντιμετωπίζει το θέμα ως τεστ συμμαχικής πειθαρχίας, οι Ευρωπαίοι το βλέπουν ως δυνητικό καταλύτη μιας νέας οικονομικής και κοινωνικής κρίσης μέσα στην ίδια τους την ήπειρο.
Η βρετανική στάση είναι πιο προσεκτική, αλλά όχι αντίθετη προς το ευρωπαϊκό ρεύμα επιφύλαξης. Το Reuters ανέφερε ότι το Λονδίνο ενισχύει τη στήριξή του προς συμμάχους του Κόλπου και την αμυντική του ετοιμότητα, χωρίς όμως να προσφέρει στον Τραμπ την πολιτική ή στρατιωτική κάλυψη που θα επιθυμούσε για την παρούσα φάση. Παράλληλα, βρετανικά μέσα αναφέρουν ότι υπάρχουν συζητήσεις για τη συνοδεία πλοίων και τη ναυτική ασφάλεια στο μέλλον, όμως αυτή η συζήτηση διαφέρει πολύ από μια άμεση συμμετοχή στον πόλεμο. Με άλλα λόγια, το Ηνωμένο Βασίλειο προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ιστορική του σχέση με τις ΗΠΑ και στην πολιτική πραγματικότητα που του επιβάλλει να μην εμφανιστεί ως δεδομένος ακόλουθος μιας αμερικανικής στρατηγικής που δημιουργεί όλο και περισσότερα ερωτήματα.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι και η περίπτωση της Ισπανίας. Η κυβέρνηση Σάντσεθ δεν περιορίστηκε σε μια φραστική απόσταση από τον Τραμπ, αλλά καταδίκασε τις επιθέσεις κατά του Ιράν και, σύμφωνα με το Reuters, προχωρά σε μετακίνηση στρατευμάτων από το Ιράκ λόγω των αυξανόμενων κινδύνων στην περιοχή. Η απόφαση αυτή υπογραμμίζει την πραγματική ευρωπαϊκή προτεραιότητα: όχι να ανοίξει νέο μέτωπο, αλλά να μειώσει την έκθεση σε μια όλο και πιο εύφλεκτη ζώνη σύγκρουσης. Πίσω από αυτή την τακτική υπάρχει και ο φόβος ότι η νέα κρίση μπορεί να αναβιώσει φαινόμενα που η Ευρώπη πλήρωσε ακριβά στο παρελθόν, από ενεργειακό σοκ μέχρι προσφυγικές πιέσεις. Η σχετική προειδοποίηση του Κυριάκου Μητσοτάκη για το ενδεχόμενο μιας νέας κρίσης τύπου 2015 εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το περιβάλλον. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, το διακύβευμα δεν είναι αφηρημένο. Είναι άμεσο και εσωτερικό.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα σπάνιο και δημόσιο ευρωπαϊκό μπλοκ άρνησης. Μπορεί να μην έχει προαναγγείλει τιμωρητικά μέτρα κατά των συμμάχων του, όμως η δυσφορία του είναι εμφανής, ενώ η ρητορική του απέναντι σε ηγέτες όπως ο Κιρ Στάρμερ δείχνει ότι θεωρεί τη στάση αυτή σχεδόν προσβλητική. Παρ’ όλα αυτά, η Ευρώπη δείχνει διατεθειμένη να αναλάβει το κόστος της διαφωνίας. Και αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό στοιχείο της συγκυρίας. Δεν πρόκειται μόνο για μια διαφωνία γύρω από το Ιράν. Πρόκειται για ένα ακόμη επεισόδιο που φανερώνει ότι η σχέση ΗΠΑ και Ευρώπης έχει μπει σε περίοδο βαθιάς αβεβαιότητας, όπου οι παλιές βεβαιότητες περί αυτόματης συμμόρφωσης των συμμάχων δεν ισχύουν πλέον. Το «δεν είναι ο πόλεμός μας» μπορεί να ακούγεται σαν αμυντική φράση, όμως στην πράξη είναι μια πολιτική γραμμή με βαριές συνέπειες για το μέλλον των δυτικών συμμαχιών.
Τελευταίες Ειδήσεις
- Ανατροπή στη Νέα Δημοκρατία: Το φαβορί για τη θέση του νέου Γραμματέα του κόμματος
- Πάνω από ΝΔ και κόμμα Τσίπρα: Οι δυο νομοί της Ελλάδας που το ΠΑΣΟΚ βγαίνει ακόμα πρώτο
- Νέος αρχηγός στο ΠΑΣΟΚ: Όλο και πιο κοντά στη μεγάλη έκπληξη που αλλάζει τα δεδομένα πριν τις εκλογές