Δεν περίμενε τόσα «όχι»: Οι σύμμαχοι γυρίζουν την πλάτη στον Τραμπ για τα Στενά του Ορμούζ

Τα 8 λεπτά του διαγγέλματος Τραμπ που κήρυξαν τον πόλεμο: «Θα ισοπεδώσουμε τη βιομηχανία πυραύλων του Ιράν»

Η κλιμάκωση της έντασης στα Στενά του Ορμούζ και οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία φέρνουν στο προσκήνιο τα όρια της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στο Ιράν και την αδυναμία συντονισμένης διεθνούς αντίδρασης.

Διεθνής πίεση χωρίς σαφή συντονισμό

Η κρίση που εκτυλίσσεται στον Περσικό Κόλπο αναδεικνύει μια ολοένα και πιο περίπλοκη γεωπολιτική εξίσωση. Οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ (μια από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες μεταφοράς πετρελαίου στον κόσμο) έχουν προκαλέσει έντονη ανησυχία για την ασφάλεια της παγκόσμιας ναυσιπλοΐας και τη σταθερότητα των διεθνών αγορών ενέργειας.

Η έκκληση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προς συμμάχους όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Ιαπωνία και η Κίνα να συμβάλουν σε ναυτικές συνοδείες δεξαμενόπλοιων στον Περσικό Κόλπο έπεσε στο κενό (όπως άλλωστε αναμενόταν).

Η κατάσταση αυτή αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα: πολλές χώρες εμφανίζονται απρόθυμες να εμπλακούν ενεργά σε μια σύγκρουση που θεωρούν ότι προκλήθηκε κυρίως από την αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν. Η απουσία ενός κοινού πλαισίου δράσης καθιστά πιο δύσκολη τη διαχείριση της κρίσης, ενώ δημιουργεί ένα κλίμα αβεβαιότητας για την επόμενη φάση των εξελίξεων.

Η ασύμμετρη στρατηγική του Ιράν

Απέναντι σε μια υπερδύναμη με τεράστια στρατιωτική ισχύ, το Ιράν φαίνεται να επιλέγει τακτικές χαμηλής έντασης αλλά υψηλής αποτελεσματικότητας. Επιθέσεις σε εμπορικά πλοία, χρήση θαλάσσιων drones, παρεμβολές στη ναυσιπλοΐα και απειλές κατά βασικών ενεργειακών διαδρομών συνθέτουν ένα ασύμμετρο μοντέλο σύγκρουσης.

Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Με περιορισμένες δυνατότητες συμβατικού πολέμου απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Τεχεράνη φαίνεται να στοχεύει σε ένα διαφορετικό πεδίο πίεσης: την παγκόσμια οικονομία και την ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών.

Μέσα σε λίγες εβδομάδες, περισσότερα από δεκαπέντε εμπορικά πλοία έχουν δεχθεί επιθέσεις ή απειλές, γεγονός που έχει οδηγήσει αρκετές ναυτιλιακές εταιρείες να αποφεύγουν τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ανησυχίες για πιθανή αύξηση του κόστους μεταφοράς ενέργειας, αλλά και για πιθανές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές.

Τα στρατηγικά όρια της Ουάσινγκτον

Παρά την ισχυρή στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή, η προστασία των εμπορικών πλοίων αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολη αποστολή. Οι επιχειρήσεις συνοδείας δεξαμενόπλοιων απαιτούν σημαντικούς πόρους, μεγάλο αριθμό πολεμικών πλοίων και συνεχή επιτήρηση μιας τεράστιας θαλάσσιας περιοχής.

Εκτιμήσεις αναφέρουν ότι για την ασφαλή συνοδεία ακόμη και ενός περιορισμένου αριθμού δεξαμενόπλοιων μπορεί να χρειαστούν έως και δέκα πολεμικά πλοία. Ακόμη και έτσι, η κάλυψη θα αφορά μόνο ένα μικρό ποσοστό της συνολικής εμπορικής κίνησης που διέρχεται καθημερινά από τα Στενά.

Ταυτόχρονα, οι πολιτικές τριβές με συμμάχους επιδεινώνουν την κατάσταση. Ορισμένες χώρες επικαλούνται νομικούς περιορισμούς ή στρατηγικές επιφυλάξεις, ενώ άλλες αποφεύγουν να εμπλακούν άμεσα σε μια σύγκρουση που θα μπορούσε να κλιμακωθεί ευρύτερα στη Μέση Ανατολή.

Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ, επομένως, δεν αποτελεί μόνο ένα περιφερειακό επεισόδιο έντασης. Αντίθετα, αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα στρατηγικού σχεδιασμού και διεθνούς συνεργασίας. Χωρίς ένα σαφές και συνεκτικό σχέδιο αντιμετώπισης της κατάστασης, η διεθνής κοινότητα κινδυνεύει να παρακολουθεί παθητικά μια κρίση που επηρεάζει άμεσα τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας και της διεθνούς ασφάλειας.

Τελευταίες Ειδήσεις