
Η κυβέρνηση που επί έξι χρόνια αγνόησε, παρέκαμψε και προσαρμόσε το Σύνταγμα στα μέτρα της, ζητά τώρα να το αναθεωρήσει. Όχι επειδή απέτυχε το Σύνταγμα, αλλά επειδή απέτυχε η ίδια να το σεβαστεί.
Η εξαγγελία του Κυριάκου Μητσοτάκη για συζήτηση γύρω από την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν δείχνει θεσμική ωριμότητα. Δείχνει το αντίθετο. Πρόκειται για ένα πολιτικό παράδοξο: μια κυβέρνηση που επί έξι χρόνια έχει καταπατήσει, ευτελίσει και προσαρμόσει το Σύνταγμα στα μέτρα της, εμφανίζεται σήμερα ως εγγυήτρια της «βελτίωσής» του.
Για να έχει νόημα οποιαδήποτε κουβέντα για αλλαγές στο Σύνταγμα, υπάρχει ένα απλό προαπαιτούμενο: να το σέβεσαι. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, η αναθεώρηση δεν είναι θεσμική διαδικασία. Είναι επικοινωνιακό τέχνασμα και αλλαγή ατζέντας.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν ανοίγει αυτή τη συζήτηση έχοντας αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Το αντίθετο. Η εξαετής διακυβέρνησή της συνοδεύτηκε από συνεχείς συγκρούσεις με βασικούς δημοκρατικούς κανόνες, από τη λειτουργία της Βουλής μέχρι τον ρόλο των ανεξάρτητων αρχών.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι το Σύνταγμα δεν δουλεύει. Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση επέλεξε συστηματικά να το αγνοεί όταν δεν τη βόλευε. Η κρίση που ζούμε δεν είναι νομική. Είναι πολιτική. Είναι κρίση εμπιστοσύνης και βαθιά απομάκρυνση των πολιτών από τους θεσμούς.
Το παράδειγμα του άρθρου 86
Το άρθρο 86 για την ευθύνη υπουργών είναι χαρακτηριστικό. Η κυβέρνηση προσπαθεί να το παρουσιάσει ως το βασικό πρόβλημα. Στην πράξη, όμως, δεν ήταν ποτέ το άρθρο που εμπόδισε τη διερεύνηση ευθυνών. Ήταν η επιλογή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας να μη γίνει τίποτα. Η Βουλή λειτούργησε ως ασπίδα προστασίας των υπουργών, όχι ως όργανο ελέγχου.
Αυτό φαίνεται καθαρά και από τον τρόπο που λειτούργησε η παρούσα Βουλή. Δεν στήθηκε ποτέ προανακριτική επιτροπή για κανένα θέμα. Αντίθετα, έγιναν μόνο εξεταστικές επιτροπές όταν και όπως συνέφερε την κυβέρνηση. Και ακόμη κι εκεί, μπήκαν όρια, αποκλείστηκαν μάρτυρες και ο έλεγχος μετατράπηκε σε τυπική διαδικασία. Σε αυτές τις συνθήκες, η επίκληση της «συναίνεσης» και της «θεσμικής αναβάθμισης» απλώς δεν πείθει.
Το ίδιο ισχύει και για τις ανεξάρτητες αρχές. Όταν οι προβλεπόμενες πλειοψηφίες παρακάμπτονται στην πράξη, δεν μιλάμε για λεπτομέρειες. Μιλάμε για ανοιχτή παραβίαση των κανόνων. Και αυτή η πρακτική κάνει προσχηματική κάθε συζήτηση για αλλαγές στο Σύνταγμα.
Η συναίνεση απαιτεί εμπιστοσύνη
Ας είμαστε ειλικρινείς: η αναθεώρηση δεν μπορεί να γίνει με όρους κυβερνητικής επιβολής. Χρειάζεται συναινέσεις και εμπιστοσύνη. Πώς μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη, όταν ο κοινοβουλευτικός έλεγχος απαξιώνεται και η πλειοψηφία δεν κάνει ποτέ πίσω;
Πώς ζητά εμπιστοσύνη μια κυβέρνηση που μιλά για συναίνεση εκ των υστέρων, ενώ όταν είχε την ευθύνη των επιλογών λειτούργησε μονομερώς; Ακόμη και στην εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, δεν επιδίωξε συνεννόηση, δεν άνοιξε διάλογο, δεν αναζήτησε κοινό τόπο. Προχώρησε όπως ήθελε, με τη δύναμη της πλειοψηφίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση ανοίγει σε μια περίοδο γενικευμένης δυσπιστίας. Οι πολίτες δεν πιστεύουν ότι αλλάζουν οι κανόνες για το καλό της Δημοκρατίας, αλλά για να εξυπηρετηθούν πολιτικές ανάγκες.
Ο «κανόνας του χρυσού»
Υπάρχει, όμως, και ένας ακόμη λόγος που η συζήτηση για την αναθεώρηση προκαλεί ανησυχία. Η κυβέρνηση επιχειρεί, στο όνομα της δήθεν «συνετής» δημοσιονομικής πολιτικής και με πρόσχημα τον κίνδυνο του λαϊκισμού, να κατοχυρώσει συνταγματικά τον πιο σκληρό νεοφιλελεύθερο κανόνα: τον λεγόμενο «κανόνα του χρυσού», δηλαδή την συνταγματική υποχρέωση ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Έναν κανόνα, με τον οποίο θα δέσμευε συνταγματικά τη χώρα σε μια πολιτική διαρκούς λιτότητας (για την οποία μόνο ο μακαρίτης ο Σόιμπλε θα χαιρόταν…), τη στιγμή μάλιστα που σήμερα, στο σύνολο σχεδόν της ΕΕ, τα ελλείμματα θεωρούνται ένα απολύτως θεμιτό εργαλείο ανάπτυξης. Η οικονομία δεν λειτουργεί μόνο με πλεονάσματα. Λειτουργεί και με ελλείμματα όταν χρειάζεται ώθηση η ανάπτυξη. Η προσπάθεια συνταγματικής κατοχύρωσης ενός τέτοιου αναχρονιστικού, λιτοτικού κανόνα δεν είναι ένδειξη σοβαρότητας. Είναι δέσμευση της χώρας σε μια θηλιά που θα βαραίνει και τις επόμενες κυβερνήσεις, αλλά κυρίως τις επόμενες γενιές.
Αλλωστε σήμερα οι αποφάσεις δεν κρίνονται μόνο στο εσωτερικό της χώρας. Υπάρχουν ευρωπαϊκοί κανόνες, έλεγχοι και θεσμοί. Οπως το Σύμφωνο Σταθερότητας. Οπότε ένα τέτοιο άρθρο στο Σύνταγμα, θα είναι τουλάχιστον, περιττό.
Αν υπάρχει λόγος να συζητηθούν αλλαγές στο Σύνταγμα, αυτός δεν μπορεί να είναι η ανάγκη της κυβέρνησης να αλλάξει θέμα. Ούτε η προσπάθεια να ξεχαστούν πολιτικές ευθύνες. Η μόνη έντιμη βάση είναι ο σεβασμός στους κανόνες που ήδη υπάρχουν και η αποδοχή της λογοδοσίας.
Διαφορετικά, η αναθεώρηση κινδυνεύει να μείνει κενή περιεχομένου. Και τότε το παράδοξο θα είναι πλήρες: ένα Σύνταγμα που αλλάζει όχι για να ενισχυθεί η Δημοκρατία, αλλά για να βολευτεί μια εξουσία που δεν θέλει τους περιορισμούς της.
Τελευταίες Ειδήσεις
- ΣΚΑΪ, πρώην σύντροφοι και… θανατική ποινή: Το τριπλό χτύπημα που εξόργισε τον Τσίπρα
- Η τρίτη δύναμη χωρίς κόμμα: Το παράδοξο των 27 που αλλάζουν το παιχνίδι
- Ο δρόμος Μητσοτάκη προς την κάλπη: Τραμπ, ΔΕΘ, Μάρμαρα, εκλογές


