Τι κρύβεται πίσω από την έκρηξη πτωχεύσεων στη Γερμανία – Ποιοι αντέχουν και ποιοι βγαίνουν εκτός αγοράς

Η σιωπηλή κατάρρευση της Γερμανίας: Ποιος θα αντέξει μέχρι το τέλος του έτους;

Η Γερμανία καταγράφει τον υψηλότερο αριθμό πτωχεύσεων των τελευταίων 11 ετών. Μικρές επιχειρήσεις λυγίζουν, χιλιάδες θέσεις εργασίας κινδυνεύουν.

Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, οι πτωχεύσεις επιχειρήσεων στη Γερμανία έχουν εκτιναχθεί σε επίπεδα που δεν έχουν καταγραφεί εδώ και έντεκα χρόνια. Η εξέλιξη αυτή εγείρει κρίσιμα ερωτήματα τόσο για τις κατηγορίες επιχειρήσεων που πλήττονται περισσότερο όσο και για το αν υπάρχουν προϋποθέσεις αποκλιμάκωσης της κατάστασης στο προσεχές διάστημα.

«Το κύμα των πτωχεύσεων δεν έχει κοπάσει», σημείωσε πρόσφατα ο επικεφαλής αναλυτής του Γερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου (DIHK), Φόλκερ Τράιερ, τονίζοντας ότι οι μεγαλύτερες πιέσεις ασκούνται στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με στοιχεία του DIHK, σχεδόν μία στις τρεις επιχειρήσεις με λιγότερους από 20 εργαζομένους αναμένει επιδείνωση της οικονομικής της κατάστασης. Οι επιχειρήσεις αυτού του μεγέθους αντιστοιχούν σε περίπου 85% του συνόλου στη Γερμανία.

Την εικόνα επιβεβαιώνουν και τα επίσημα στατιστικά δεδομένα. Όπως ανακοίνωσε στις 12 Δεκεμβρίου 2025 η Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία, έως τα τέλη Σεπτεμβρίου είχαν καταγραφεί 18.125 αιτήσεις πτώχευσης επιχειρήσεων από τα γερμανικά δικαστήρια, αριθμός αυξημένος κατά σχεδόν 12% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Με βάση αυτά τα στοιχεία, το 2025 εξελίσσεται στη χρονιά με τις περισσότερες πτωχεύσεις της τελευταίας ενδεκαετίας.

Μικρό μέγεθος, μεγαλύτερη ευαλωτότητα

Τη δυσανάλογη έκθεση των μικρών επιχειρήσεων επισημαίνει και ο καθηγητής Στέφεν Μίλερ, επικεφαλής της έρευνας πτωχεύσεων στο Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών Leibniz Halle (IWH). Όπως αναφέρει, η πλειονότητα των πτωχεύσεων αφορά πολύ μικρές επιχειρήσεις, με μέσο όρο περίπου δέκα εργαζομένους, ενώ πολλές απασχολούν ακόμη λιγότερα άτομα.

Σύμφωνα με την Deutsche Welle, η γενικευμένη οικονομική πίεση αποτυπώνεται και εκτός του επιχειρηματικού τοπίου. Αν και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας ανάλυσης, αξίζει να σημειωθεί ότι και οι προσωπικές πτωχεύσεις αυξήθηκαν. Στους πρώτους τρεις μήνες του 2025 καταγράφηκαν 57.824 πτωχεύσεις καταναλωτών, ποσοστό αυξημένο κατά περισσότερο από 8% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Πίεση και στην απασχόληση

Παρότι οι πτωχεύσεις πλήττουν κυρίως μικρές επιχειρήσεις, η αυξημένη συχνότητά τους σε ατομικές και κεφαλαιουχικές εταιρείες έχει ως αποτέλεσμα τη διεύρυνση του αριθμού των θέσεων εργασίας που χάνονται ή βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του IWH, το 2025 ενδέχεται να χαθούν περίπου 170.000 θέσεις εργασίας, έναντι λιγότερων από 100.000 πριν από την πανδημία COVID-19.

Ο οικονομολόγος Κλάους Χάινερ Ρελ από το Ινστιτούτο Γερμανικής Οικονομίας (IW) στην Κολωνία υποστηρίζει πάντως ότι οι επιπτώσεις στην αγορά εργασίας δεν θα πρέπει να υπερεκτιμώνται. Όπως σημειώνει, οι πτωχεύσεις οδηγούν σε μια ήπια αύξηση της ανεργίας, χωρίς ωστόσο να διαμορφώνεται δραματική εικόνα.

Διαφορετική προσέγγιση υιοθετεί ο Στέφεν Μίλερ, ο οποίος εκτιμά ότι το 2025 θα επηρεαστούν συνολικά περίπου 200.000 θέσεις εργασίας. Όπως τονίζει, ένα μέρος αυτών θα χαθεί οριστικά, καθώς αρκετές πτωχεύσεις καταλήγουν σε κλείσιμο επιχειρήσεων. Παράλληλα, επισημαίνει ότι σε άλλους τομείς δημιουργούνται νέες θέσεις, με αποτέλεσμα οι συνολικές επιπτώσεις να παραμένουν, σε γενικές γραμμές, διαχειρίσιμες, ιδίως σε περιόδους σταθεροποίησης της αγοράς.

Αναμενόμενη  αλλά έντονη  εξέλιξη

Για τον Μίλερ, η αύξηση των πτωχεύσεων δεν ήταν απρόσμενη, αν και το εύρος της υπερέβη τις αρχικές εκτιμήσεις. Ο Ρελ, από την πλευρά του, δηλώνει ότι η εξέλιξη ήταν σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενη, δεδομένης της παρατεταμένης οικονομικής αδυναμίας των τελευταίων σχεδόν τριών ετών. Όπως σημειώνει, υπό αυτές τις συνθήκες ο αριθμός των πτωχεύσεων θα μπορούσε να είναι ακόμη υψηλότερος.

Τα αίτια, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν περιορίζονται στις επιχειρηματικές αποφάσεις. Η στασιμότητα της οικονομίας, οι υψηλές τιμές ενέργειας, ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία και η μετάβαση προς την κλιματική ουδετερότητα επιβαρύνουν το επιχειρηματικό περιβάλλον. Ο ρόλος της πολιτικής, των καθυστερημένων μεταρρυθμίσεων αλλά και των επιχειρήσεων που δεν προσαρμόστηκαν έγκαιρα παραμένει δύσκολο να αποτιμηθεί με ακρίβεια.

Ο Μίλερ υπογραμμίζει ότι οι λόγοι πτώχευσης είναι συχνά ατομικοί: λανθασμένες στρατηγικές επιλογές, εσωτερικές συγκρούσεις ή διαφωνίες με βασικούς μετόχους και εταίρους. Όταν σε αυτά προστεθούν αυξημένα κόστη, δομικές αλλαγές, γεωπολιτικές αβεβαιότητες και εμπορικοί φραγμοί, οι αδυναμίες αυτές οδηγούν ταχύτερα στην οικονομική κατάρρευση.

Συγκρατημένη αισιοδοξία

Παρά τη ζοφερή εικόνα, η Ένωση Διαχειριστών Πτωχεύσεων και Διαχειριστών της Γερμανίας (VID) εμφανίζεται πιο ψύχραιμη. Ο επικεφαλής της, Κρίστοφ Νίρινγκ, εκτιμά ότι μετά τις στρεβλώσεις της πανδημίας και την πρόσφατη άνοδο των πτωχεύσεων, η κατάσταση τείνει να επανέλθει σε πιο φυσιολογικά επίπεδα, χωρίς αυτό να σηματοδοτεί σαφή αναστροφή της τάσης.

Ο Στέφεν Μίλερ προβλέπει ότι και το 2026 οι πτωχεύσεις θα κινηθούν περίπου στα ίδια, υψηλά επίπεδα με το 2025, εξέλιξη που όπως σημειώνειείναι μόνο εν μέρει θετική, καθώς η οικονομία έχει ήδη προσεγγίσει τα όριά της. Η σύγκριση με το παρελθόν δείχνει ότι σε βασικές κατηγορίες επιχειρήσεων τα σημερινά μεγέθη παραπέμπουν σε εκείνα πριν από περίπου 20 χρόνια.

Πιο αισιόδοξη νότα προσθέτει ο Ρελ, ο οποίος εκτιμά ότι εάν η γερμανική οικονομία αναπτυχθεί την επόμενη χρονιά κατά περίπου 1%, όπως προβλέπουν διάφορα ινστιτούτα, το κύμα πτωχεύσεων θα μπορούσε να υποχωρήσει. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι δομικές προκλήσεις όπως οι αμερικανικοί δασμοί, ο ανταγωνισμός από την Κίνα και το υψηλό ενεργειακό κόστοςεξακολουθούν να σκιάζουν τις προοπτικές.

Τελευταίες Ειδήσεις