
Γιατί πλημμυρίζουμε τον χειμώνα και έχουμε ξηρασία το καλοκαίρι;
Ο μετεωρολόγος Θοδωρής Κολυδάς επαναφέρει με τον πιο καίριο τρόπο ένα πρόβλημα που η χώρα επιμένει να αγνοεί: το μεγαλύτερο μέρος της βροχής… χάνεται πριν καν προλάβει να γίνει νερό χρήσιμο για τους πολίτες.
Όπως επισημαίνει, στις αστικοποιημένες περιοχές της Ελλάδας -και κυρίως στην Αττική– το 70% έως 90% της βροχής καταλήγει σε επιφανειακή απορροή, οδηγώντας πολύτιμους υδάτινους πόρους απευθείας στη θάλασσα. Την ίδια στιγμή, σε δάση και φυσικούς υγροτόπους η απορροή πέφτει ακόμη και στο 5-15%, φανερώνοντας το πόσο καθοριστικό ρόλο παίζει η χρήση γης.
Ο Κολυδάς υπογραμμίζει ότι αυτή η τεράστια απώλεια νερού δημιουργεί ένα παράδοξο: χειμωνιάτικες πλημμύρες και καλοκαιρινή ξηρασία. Παρά τις ισχυρές βροχοπτώσεις, το νερό δεν καταφέρνει να αποθηκευτεί ούτε σε ταμιευτήρες ούτε σε υπόγειους υδροφορείς, με αποτέλεσμα λίγους μήνες μετά να συζητάμε ξανά για λειψυδρία και πίεση στα υδροδοτικά συστήματα.
Ο μετεωρολόγος τονίζει ότι η λύση δεν βρίσκεται μόνο στα αντιπλημμυρικά έργα, αλλά κυρίως σε μια συνολική αλλαγή νοοτροπίας: συλλογή βρόχινου νερού, αξιοποίηση φυσικών κοιλοτήτων, ανακύκλωση, εμπλουτισμός υδροφορέων και στοχευμένες υποδομές που λειτουργούν σε χώρες με παρόμοιο κλίμα.
Στο ίδιο πλαίσιο, θυμίζει πως προγράμματα όπως το HYDROUSA στη Μύκονο και την Τήνο έχουν αποδείξει ότι ακόμη και μικρές κοινότητες μπορούν να μειώσουν την κατανάλωση πόσιμου νερού για άρδευση πάνω από 60%, κάνοντας την επαναχρησιμοποίηση πραγματική λύση.
Ο Κολυδάς καταλήγει σε μια ξεκάθαρη προειδοποίηση: αν δεν αλλάξουμε τώρα τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε το νερό, η λειψυδρία δεν θα είναι μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αλλά μόνιμη πραγματικότητα.
Ολόκληρο το κείμενο του Θοδωρή Κολυδά που δημοσιεύτηκε στο kolydas.eu:
Οι δύο όψεις ενός νομίσματος – Πλημμύρες και ξηρασία
Οι φετινές δυνατές βροχές και καταιγίδες δεν είναι μόνο μια ακόμη υπενθύμιση των αδυναμιών των υποδομών μας, αλλά και ένα κάλεσμα να ξανασκεφτούμε συνολικά τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε το νερό.
Δεν αρκεί να ζητάμε καλύτερα αντιπλημμυρικά έργα· χρειάζεται να αλλάξουμε νοοτροπία, καθώς το νερό που κυλάει στους δρόμους και παροχετεύεται βιαστικά προς τη θάλασσα δεν είναι «πλεόνασμα». Είναι ένας πολύτιμος πόρος, που τον αφήνουμε να χαθεί, ενώ γνωρίζουμε ότι λίγους μήνες αργότερα θα μιλάμε πάλι για ξηρασία, λειψυδρία και πίεση στα υδροδοτικά συστήματα.
Στην πραγματικότητα, από τη συνολική βροχόπτωση μιας περιοχής μόνο ένα 10–30% συμβάλλει άμεσα σε ταμιευτήρες ή υπόγειες αποθήκες νερού· το υπόλοιπο εξατμίζεται, διηθείται επιφανειακά ή καταλήγει στη θάλασσα. Το ποσοστό αυτό καθορίζεται από τη χρήση γης και τον βαθμό αστικοποίησης. Στις πλήρως αστικοποιημένες ζώνες το 70–90% της βροχής μετατρέπεται σε επιφανειακή απορροή, επειδή οι στεγανές επιφάνειες δεν επιτρέπουν στο νερό να καταδιηθεί. Αντίθετα, στις αγροτικές περιοχές η απορροή περιορίζεται στο 10–30%, ενώ στα δάση και τους φυσικούς υγροτόπους μπορεί να φθάσει μόλις το 5–15%. Οι προαστιακές περιοχές βρίσκονται κάπου στη μέση, με απορροές 40–60%, ανάλογα με το πράσινο και τη σύσταση του εδάφους.
Στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας, όπως η Αθήνα, περίπου τα δύο τρίτα της βροχής —60 με 70%— απομακρύνονται μέσω του δικτύου συλλεκτήρων, ενώ σε έντονα επεισόδια όπως αυτό της Παρασκευής 28/11/2025 μπορεί να αγγίξει το 90%. Στα νησιά, λόγω του έντονου αναγλύφου και της απουσίας δικτύων συγκράτησης, η απορροή ακολουθεί φυσικές ροές προς τη θάλασσα και το μεγαλύτερο τμήμα του νερού χάνεται μέσα στους χειμερινούς μήνες, εκεί όπου θα μπορούσε να αξιοποιηθεί.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η στοχευμένη συλλογή και αποθήκευση μέρους αυτής της απορροής είναι απολύτως εφικτή και οικονομικά αποδοτική. Προγράμματα stormwater harvesting, που εφαρμόζονται σε περιοχές με έντονες αλλά διαλείπουσες βροχοπτώσεις, αξιοποιούν δεξαμενές, φυσικές κοιλότητες ή υπόγειους συλλεκτές, ώστε να καθυστερήσουν την απορροή και να συγκεντρώσουν νερό για άρδευση, πυρόσβεση ή, μετά από επεξεργασία, για τον εμπλουτισμό υδροφορέων. Τα συστήματα αυτά μειώνουν τη φόρτιση των δικτύων ομβρίων και περιορίζουν τον πλημμυρικό κίνδυνο, ενώ παράλληλα εξασφαλίζουν πολύτιμο νερό σε περιόδους ξηρασίας. Η εφαρμογή τέτοιων λύσεων σε αστικές αλλά και νησιωτικές περιοχές, δεν είναι μόνο επιθυμητή αλλά και αναγκαία. Το απότομο ανάγλυφο, η έντονη απορροή και το σκληρό γεωλογικό υπόβαθρο –παραδείγματος χάριν της Άνδρου– δεν επιτρέπουν στο νερό να παραμείνει στο νησί· γι’ αυτό χρειάζονται συστήματα συλλογής προσαρμοσμένα στις τοπικές συνθήκες. Παραδείγματα όπως το πρόγραμμα HYDROUSA στη Μύκονο και την Τήνο αποδεικνύουν ότι τέτοιες εφαρμογές λειτουργούν ακόμη και σε μικρές κοινότητες. Η βιολογική επεξεργασία λυμάτων, οι δεξαμενές συλλογής βρόχινου νερού, οι μονάδες αποθήκευσης και η πιλοτική επαναφόρτιση υδροφορέων έφεραν εντυπωσιακά αποτελέσματα: μείωση της κατανάλωσης πόσιμου νερού για άρδευση πάνω από 60% και κάλυψη περίπου 20 εκταρίων καλλιεργειών με ανακυκλωμένο νερό.
Το οικονομικό κόστος είναι αναμφίβολα σημαντικό, ωστόσο τα έμμεσα οφέλη —μείωση πλημμυρικού κινδύνου, ενίσχυση οικοσυστημάτων, διασφάλιση υδατικών αποθεμάτων— καθιστούν τη σχέση κόστους–οφέλους θετική, όπως δείχνουν μελέτες από Ιταλία και Ισπανία. Υπάρχουν πολλά νησιά που διαθέτουν τα κατάλληλα υδρολογικά, γεωλογικά και κοινωνικά εφόδια για να πρωτοπορήσουν και να αποτελέσουν πρότυπα βιώσιμης διαχείρισης νερού. Οι φετινές βροχές, όπως κάθε φθινοπωρινή καταιγίδα, μας θυμίζουν ότι η φύση έχει τον δικό της ρυθμό, αλλά εμείς συχνά μένουμε πίσω ως προς τη διαχείριση. Δεν αρκεί να διαμαρτυρόμαστε για τις πλημμύρες· πρέπει να κοιτάξουμε και την άλλη όψη του νομίσματος, την ξηρασία. Κάθε τόπος οφείλει να προστατεύσει τον πόρο του με το να περιορίσει τη σπατάλη, να απαγορεύσει το πότισμα κήπων με πόσιμο νερό, να ενθαρρύνει τις δεξαμενές συλλογής, να ανακυκλώνει όπου είναι εφικτό. Η προσαρμογή στην κλιματική πραγματικότητα δεν είναι μόνο τεχνικές λύσεις· είναι αλλαγή στάσης ζωής.
Η κήρυξη της Αττικής και άλλων περιοχών σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης
Πριν από λίγες ημέρες ολοκληρώθηκε η διαδικασία κήρυξης κατάστασης έκτακτης ανάγκης, λόγω λειψυδρίας, σε Αττική, Λέρο και Πάτμο, με την υπογραφή των σχετικών υπουργικών αποφάσεων. Η πρόσφατη επίσημη κήρυξη της Αττικής, της Λέρου και της Πάτμου σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας παρουσιάζεται ως μια αναγκαία κίνηση που βασίζεται σε ξεκάθαρα υδρολογικά δεδομένα: χαμηλές στάθμες, μειωμένα αποθέματα, ιστορικά χαμηλό επίπεδο στον Εύηνο. Όμως, πίσω από τη “στεγνή επιστημονική γλώσσα” διακρίνεται και μια “πολιτική πίεση”, που φαίνεται να διαμορφώνεται με αφετηρία την κατάσταση στον Εύηνο και στόχο την επιτάχυνση των έργων. Όχι άδικα αρχίζει ο σκεπτικισμός καθώς η κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης είναι ένα εξαιρετικά ισχυρό διοικητικό εργαλείο. Η χρήση του σημαίνει ότι η Πολιτεία “αναγνωρίζει” επείγουσα ανάγκη, νομιμοποιεί την κατασκευή γραφειοκρατικών φραγμών και δίνει προτεραιότητα σε μεγάλα έργα υποδομής. Το επιχείρημα βασίζεται στη μειωμένη κατακράτηση των ταμιευτήρων —και ιδίως στον Εύηνο, που πράγματι βρίσκεται σε χαμηλή στάθμη. Ωστόσο, η επιστημονική μελέτη με ρεαλισμό επισημαίνει ότι η πίεση αυτή δεν αφορά απλώς τη διαχείριση ενός υδρολογικού κύκλου, αλλά και το πώς οι ανάγκη να “τρέξουν” έργα τα οποία εδώ και δεκαετίες παραμένουν στις μελέτες.. Η λειψυδρία, φυσικά, δεν είναι φανταστική.
Η χρονική όμως συγκυρία της απόφασης –σε μια περίοδο έντονων βροχοπτώσεων όπως γράψαμε στο σημερινό άρθρο μας– δημιουργεί την αίσθηση ότι επιχειρείται να μετατραπεί ένα τεχνικό ζήτημα σε πολιτική επιτάχυνση, με το επιχείρημα ότι «δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο». Οι ίδιοι μηχανισμοί είχαν ενεργοποιηθεί στο παρελθόν και για αντιπλημμυρικά έργα: η επίκληση του “κατεπείγοντος” συχνά λειτουργεί όχι μόνο για να εξασφαλίσει πόρους, αλλά και για να ξεπεράσει αντιστάσεις, ενστάσεις, ακόμη και περιβαλλοντικούς ελέγχους. Το υπουργείο και η ΕΥΔΑΠ επισημαίνουν ότι η διαδικασία βασίζεται σε “επιστημονικά κριτήρια”. Αυτό είναι αληθές. Όμως η επιστήμη δεν λειτουργεί σε κενό αέρος — αξιολογεί δεδομένα που οι ίδιοι οι θεσμοί συλλέγουν και ορίζουν. Και εδώ αξίζει να θυμηθούμε ότι το υδρολογικό ζήτημα της Αττικής δεν είναι φετινό.
Ήδη εδώ και χρόνια όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενα άρθρα μας, καταγράφεται πίεση στα αποθέματα λόγω χαμηλότερης φυσικής αναπλήρωσης, ανεπαρκούς αξιοποίησης βρόχινου νερού, απωλειών στο δίκτυο, μεγάλης εξάρτησης από συγκεκριμένους ταμιευτήρες, καθυστερημένων έργων συντήρησης και ενίσχυσης. Η κήρυξη έκτακτης ανάγκης έρχεται, λοιπόν, να καλύψει — και να δικαιολογήσει — ένα κενό σχεδιασμού που έχει σωρευτεί επί δεκαετίες. Η ξηρασία δεν “έσπασε” ξαφνικά· ήταν προδιαγεγραμμένη από την ίδια την αδυναμία του συστήματος να γίνει πιο ανθεκτικό. Ενδιαφέρον έχει και το μήνυμα προς τους πολίτες καθώς δεν προβλέπονται περιορισμοί, δεν θα υπάρξουν άμεσα μέτρα, αλλά “οφείλουμε όλοι να κάνουμε οικονομία”. Πρόκειται για μια ρητορική που μεταθέτει την ευθύνη από το επίπεδο του σχεδιασμού στο επίπεδο της ατομικής συμπεριφοράς. Η εξοικονόμηση νερού είναι πράγματι σημαντική· αλλά η πραγματική λύση βρίσκεται στον ανασχεδιασμό του υδρολογικού μοντέλου της Αττικής, στη μείωση της εξάρτησης από έναν μόνο ταμιευτήρα και στην υιοθέτηση πρακτικών που εφαρμόζει ολόκληρος ο σύγχρονος κόσμος: συλλογή βρόχινου νερού, ανακύκλωση, εμπλουτισμό υδροφορέων. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης παρουσιάζεται σαν ένα τεχνικό γεγονός, όμως πίσω της διακρίνεται μια καθαρή πολιτική στόχευση: να επιταχυνθούν αποφάσεις που για χρόνια έμεναν στάσιμες, να ξεμπλοκάρουν έργα που υπό κανονικές συνθήκες θα κινούνταν με αργούς ρυθμούς ή θα συναντούσαν αντιστάσεις, να δημιουργηθεί ένα αίσθημα επείγοντος που θα δικαιολογήσει παρακάμψεις και επιτάχυνση διαδικασιών. Αν αυτή η στροφή θα αποδειχθεί σωτήρια ή αν θα περιοριστεί σε μια ακόμη κίνηση εντυπωσιασμού, θα το δείξει ο χρόνος. Όχι οι δηλώσεις, ούτε τα δελτία Τύπου, αλλά τα έργα που τελικά θα υλοποιηθούν και —το κυριότερο— το νερό που θα φτάσει στις βρύσες των πολιτών.
Η πραγματική κρίση δεν βρίσκεται μόνο στην έλλειψη νερού ή στις πλημμύρες, αλλά στην αδυναμία μας να προσαρμοστούμε εγκαίρως και να αφουγκραστούμε τα μηνύματα της φύσης. Κάθε φθινοπωρινή βροχή μάς υπενθυμίζει ότι η φύση κινείται με συνέπεια, ότι οι κύκλοι της επανέρχονται πιστά, ότι μας προειδοποιεί αθόρυβα, χωρίς ποτέ να υψώνει τη φωνή της. Η φύση θυμάται πάντα — ακόμη κι όταν εμείς, από συνήθεια ή αμέλεια, επιμένουμε να ξεχνάμε. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πώς θα διαχειριστούμε την επόμενη κρίση, αλλά αν θα μάθουμε να ζούμε σε ισορροπία μαζί της — με σεβασμό στο νερό που δεν είναι ανεξάντλητο, με μέτρο στις απαιτήσεις μας, με πρόνοια που δεν εξαντλείται σε ανακοινώσεις.
Αν θέλουμε πραγματικά να θωρακίσουμε την Αττική —και κάθε τόπο που εξαρτάται από έναν εύθραυστο υδρολογικό κύκλο— πρέπει να δούμε πέρα από τη γλώσσα της έκτακτης ανάγκης. Πρέπει να σκεφτούμε μακροπρόθεσμα, να επενδύσουμε σοβαρά, να αναγνωρίσουμε το νερό ως κοινό αγαθό που απαιτεί σοφία και συλλογική ευθύνη. Γιατί τελικά, η φύση μας δίνει πάντα σημάδια. Το ερώτημα είναι αν θα τα διαβάσουμε εγκαίρως — και αν θα δράσουμε πριν οι προειδοποιήσεις της γίνουν αμετάκλητες.
Τελευταίες Ειδήσεις
- ΣΚΑΪ, πρώην σύντροφοι και… θανατική ποινή: Το τριπλό χτύπημα που εξόργισε τον Τσίπρα
- Η τρίτη δύναμη χωρίς κόμμα: Το παράδοξο των 27 που αλλάζουν το παιχνίδι
- Ο δρόμος Μητσοτάκη προς την κάλπη: Τραμπ, ΔΕΘ, Μάρμαρα, εκλογές


