
Το καίριο ερώτημα που ταλανίζει τον πλανήτη, είναι το εξής: Πληρώνουμε για να προστατευτούμε ή προετοιμαζόμαστε για ένα ακόμα πιο επικίνδυνο μέλλον; Η αβεβαιότητα του «αύριο» και η Δύση που «παίζει τα ρέστα της» στα εξοπλιστικά
Είναι πέρα από ξεκάθαρο πλέον, πως η παγκόσμια οικονομία επενδύει στην βιομηχανία του πολέμου. Με το πρόσχημα της διατήρησης της ειρήνης και της προστασίας από τον «εχθρό» οι κυβερνήσεις εξοπλίζονται συνεχώς για να είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τον ασύμμετρο πόλεμο, αλλά και τον ισχυρό αντίπαλο. Όποιος κι αν έρθει τέλος πάντων, θα δεχθεί ομοβροντία, μιας και οι χώρες της Δύσης -ως επί το πλείστον- δαπανούν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του ΑΕΠ τους για τα εξοπλιστικά συστήματα.
Η αθόρυβη αλλά ραγδαία μεταβολή εξελίσσεται στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια. Τα αμυντικά προγράμματα, που πριν από λίγα χρόνια αντιμετωπίζονταν με καχυποψία ή αδιαφορία, σήμερα γίνονται η κορυφαία πολιτική προτεραιότητα. Κυβερνήσεις που επί δεκαετίες επένδυαν σε κοινωνικά συστήματα, πράσινες μεταβάσεις και διακρατικές συνεργασίες, στρέφονται ξανά –και μάλιστα βιαστικά– στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Η αλλαγή δεν προέκυψε απότομα, όμως ο συνδυασμός πολέμων, αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων και αβέβαιων συμμαχιών έχει δημιουργήσει ένα νέο τοπίο, όπου η ανασφάλεια τροφοδοτεί μια εκτεταμένη επανεκκίνηση των εξοπλισμών. Και πίσω από αυτή την εικόνα, αναδύεται το δίλημμα. Πληρώνουμε για να προστατευτούμε ή προετοιμαζόμαστε –συνειδητά ή μη– για ένα ακόμα πιο επικίνδυνο μέλλον, το οποίο οι ίδιοι προκαλούμε; Σ’ αυτό το καίριο ερώτημα έρχεται να δώσει μια μακροσκελής ανάλυση του Politico.
Η ανατροπή των βεβαιοτήτων
Για χρόνια, η μεταψυχροπολεμική Ευρώπη κινήθηκε με την αίσθηση ότι η ειρήνη ήταν δεδομένη. Το ΝΑΤΟ θεωρούνταν θεσμικά σταθερό, οι ΗΠΑ προβλέψιμος εγγυητής και η Ρωσία περισσότερο εταίρος προβλημάτων παρά στρατιωτική απειλή για χώρες της Δύσης. Η εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία το 2022 διέλυσε αυτές τις παραδοχές. Από τότε, πολλές κυβερνήσεις κινούνται με ρυθμούς που μέχρι χθες έμοιαζαν αδιανόητοι: η Γερμανία δημιουργεί ειδικά ταμεία δεκάδων δισεκατομμυρίων, χώρες της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης παραγγέλνουν νέες γραμμές πυραύλων και αντιαεροπορικών συστημάτων, ενώ η ΕΕ εξετάζει ακόμα και τη δημιουργία κοινών δομών παραγωγής όπλων.
Η καμπή στις ΗΠΑ
Την ίδια στιγμή, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η συζήτηση για το μέλλον της αμερικανικής ισχύος γίνεται όλο και πιο έντονη. Το πολιτικό κλίμα, οι εσωτερικές διαιρέσεις και ο φόβος ότι μια μελλοντική αμερικανική ηγεσία μπορεί να αναδιατάξει τις διεθνείς προτεραιότητες, αναγκάζουν την Ευρώπη να σκεφτεί σοβαρά το ενδεχόμενο να χρειαστεί να στηριχθεί περισσότερο στις δικές της ικανότητες. Σε αυτό το πλαίσιο, η αμυντική βιομηχανία γνωρίζει μεγάλη άνθηση. Νέες παραγγελίες, μακροχρόνιες συμβάσεις, κρατικές επιχορηγήσεις και αναβαθμίσεις εργοστασίων συνθέτουν ένα σκηνικό όπου τα κράτη επενδύουν σαν να βρίσκονται ήδη σε προπολεμική περίοδο. Κάποιοι το θεωρούν αναγκαίο ρεαλισμό, άλλοι το βλέπουν ως επικίνδυνη κατηφόρα που μπορεί να επισπεύσει τις εντάσεις που υποτίθεται ότι θέλουμε να αποφύγουμε. Το βέβαιο είναι ότι το οικονομικό βάρος αυξάνεται. Η άνοδος των εξοπλισμών σημαίνει λιγότεροι πόροι για κοινωνικές πολιτικές και περισσότεροι για στρατιωτικά προγράμματα που πρέπει να ολοκληρωθούν «χθες».
«Αγοράζουμε ασφάλεια ή εισιτήριο για νέες κρίσεις;»
Η συζήτηση που ανοίγει πλέον διεθνώς αφορά το κατά πόσο οι νέες στρατηγικές επιλογές είναι πραγματικά προληπτικές ή αν, άθελά τους, δημιουργούν συνθήκες που θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερη αστάθεια. Στο δημόσιο διάλογο κυριαρχεί το ερώτημα: Η Δύση χτίζει μηχανισμούς άμυνας ή μετατρέπεται σταδιακά σε μέρος ενός αυτοτροφοδοτούμενου αγώνα ισχύος; Στελέχη think tanks επισημαίνουν ότι αν οι αμυντικές δαπάνες δεν συνοδευτούν από σοβαρή διπλωματική πρωτοβουλία, το αποτέλεσμα θα είναι ένα ακριβό και μακροχρόνιο «κύμα φόβου» χωρίς σαφή στρατηγική στόχευση. Παράλληλα, αναλυτές προειδοποιούν ότι όσο αυξάνονται οι εξοπλισμοί, τόσο θα ανεβαίνει και ο κίνδυνος παρεξηγήσεων, θερμών επεισοδίων ή λανθασμένων εκτιμήσεων.
Το αβέβαιο αύριο
Αυτό που γίνεται πλέον σαφές είναι ότι οι δυτικές κοινωνίες καλούνται να επανεξετάσουν τις ισορροπίες τους: πόση ασφάλεια θέλουν, πόσο μπορούν να πληρώσουν για αυτήν και ποιες συνέπειες συνεπάγεται μια επιστροφή σε λογικές στρατιωτικής ισχύος. Ενώ η πολιτική ρητορική μιλά για ασπίδες, αμυντικά τείχη και θωράκιση, η καθημερινότητα των πολιτών μεταφράζει αυτές τις αποφάσεις σε αυξημένες δαπάνες, δημοσιονομική πίεση και περιορισμούς σε άλλους τομείς. Το μήνυμα που εκπέμπουν τα κυβερνητικά επιτελεία είναι ότι η ειρήνη πλέον «κοστίζει». Το διακύβευμα, όμως, είναι αν αυτό το νέο δόγμα θα την προστατεύσει – ή αν θα την καταστήσει πιο εύθραυστη από ποτέ.
Τελευταίες Ειδήσεις
- «Off the record»: «Όχι» στον Σαμαρά – Θέλει να χαράξει δική της πορεία η Καρυστιανού
- Εν όψει εκλογών: Τα σχέδια του Παύλου Ντε Γκρες
- Αφού δεν υπάρχει τίποτα, τι φοβούνται από μια Εξεταστική;


